Κάνε μιά εὐχή!!!

Advertisements

Τό Νέο Ἔτος


Εἶναι παλιό τό ἔθιμο: τήν παραμονή τοῦ Νέου Ἔτους, ὅταν τό ρολόι κτυπήσει μεσάνυχτα, σκεφτόμαστε τίς ἐπιθυμίες μας γιά τό νέο ἔτος καί προσπαθοῦμε νά εἰσέλθουμε στό ἄγνωστο μέλλον μ’ ἕνα ὄνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα τήν ἐκπλήρωση κάποιας ἀγαπητῆς μας ἐπιθυμίας. Σήμερα, γιά ἄλλη μιά φορά βρισκόμαστε μπροστά σ’ ἕνα νέο έτος. Τί ἐπιθυμοῦμε γιά τούς ἴδιους, γιά τούς ἄλλους, γιά τόν καθένα; Ποιό εἶναι τό τέλος ὅλων μας τῶν ἐλπίδων; Ἡ ἀπάντηση εἶναι μονίμως ἡ ἴδια αἰώνια λέξη: εὐτυχία. Εὐτυχές τό Νέο Ἔτος! Εὐτυχία γιά τό Νέο Ἔτος! Ἡ ἰδιαίτερη εὐτυχία πού ἐπιθυμοῦμε εἶναι φυσικά διαφορετική καί προσωπική γιά τόν καθένα μας, ἀλλά ὅλοι μας μετέχουμε στήν κοινή πίστη πώς αὐτό τό ἔτος ἡ εὐτυχία θά μᾶς πλησιάσει, πώς μποροῦμε νά ἐλπίσουμε σ’ αὐτή μέ προσδοκία.
Πότε ὅμως εἶναι κάποιος ἀληθινά εὐτυχισμένος; Μετά ἀπό αἰῶνες ἐμπειρίας καί γνώσης σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο, δέν μποροῦμε πλέον νά ἐξισώσουμε τήν εὐτυχία μέ ὁποιοδήποτε ἐξωτερικό γνώρισμα, π.χ. χρήματα, ὑγεία, ἐπιτυχία κ.λπ. Γνωρίζουμε πώς τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά δέν ἀνταποκρίνεται πλήρως σ’ αὐτή τή μυστηριώδη καί πάντοτε φευγαλέα ἔννοια τῆς εὐτυχίας. Εἶναι σαφές πώς ἡ φυσική ἄνεση φέρνει εὐτυχία, ἀλλά ὄχι τήν τέλεια. Τά χρήματα φέρνουν εὐτυχία, ἀλλά καί φόβο. Εἶναι ἐκπληκτικό πώς ὅσο περισσότερο ἐξωτερική εὐτυχία διαθέτουμε, τόσο περισσότερο εὔθραυστη γίνεται καί πιό ἀτίθασος ὁ φόβος πώς θά τή χάσουμε καί θά μείνουμε μέ ἄδεια χέρια. Πιθανῶς αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού εὐχόμαστε ὁ ἕνας στόν ἄλλο «μιά νέα εὐτυχία» γιά τό Νέο Ἔτος. Ἡ «παλιά» εὐτυχία ποτέ δέν πραγματοποιήθηκε, κάτι πάντοτε ἔλειπε. Τώρα ὅμως ἀτενίζουμε ξανά μπροστά μας μέ μιά εὐχή, ἕνα ὄνειρο, μιά ἐλπίδα…
Χριστέ καί Παναγιά! Τό εὐαγγέλιο πρίν ἀπό πάρα πολύ καιρό εἶχε καταγράψει τήν ἱστορία ἑνός ἀνθρώπου πού πλούτισε, ἔκτισε καινούργιες ἀποθῆκες γιά νά ἀποθηκεύσει τά ἀγαθά του, καί ἀποφάσισε πώς πλέον εἶχε ὅλα τά ἀναγκαῖα πού ἐγγυῶντο τήν εὐτυχία του! Εἶχε ἄνεση καί μέσα. Ἐκείνη ὅμως τή νύχτα ἄκουσε: «ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12,20).Ἡ σταδιακή συνειδητοποίηση ὅτι τίποτε δέν μπορεῖ νά κρατηθεῖ, πώς μπροστά μας βρίσκεται ὁ ἀναπόφευκτος θάνατος καί ἡ φθορά, εἶναι τό δηλητήριο πού δηλητηριάζει τή μικρή καί περιορισμένη εὐτυχία πού διαθέτουμε. Αὐτός εἶναι σίγουρα καί ὁ λόγος γιά τή συνήθεια πού ἔχουμε νά κάνουμε τέτοιο σαματά καί θόρυβο, φωνάζοντας καί γελώντας, καθώς τό ρολόι κτυπάει δώδεκα τήν παραμονή τοῦ Νέου Ἔτους. Φοβούμαστε νά μείνουμε μόνοι καί σιωπηλοί, καθώς τό ρολόι κτυπάει σάν τήν ἀνελέητη φωνή τῆς μοίρας: πρῶτο κτύπημα, δεύτερο, τρίτο καί συνεχίζει, τόσο ἀδυσώπητα, ὁμοιόμορφα, τόσο τρομακτικά μέχρι τέλους. Τίποτε δέν μπορεῖ νά τό ἀλλάξει, τίποτε νά τό σταματήσει.
Ἔτσι ἔχουμε δύο πολύ βαθεῖς καί ἀκατάλυτους ἄξονες τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης: φόβος καί εὐτυχία, ἐφιάλτης καί ὄνειρο. Ἡ καινούργια εὐτυχία πού ὀνειρευόμαστε τήν παραμονή τοῦ Νέου Ἔτους θά μπορέσει τελικά νά ἠρεμήσει, νά σκορπίσει καί νά κατανικήσει τό φόβο; Ὀνειρευόμαστε μιά εὐτυχία στήν ὁποία νά μήν παραμονεύει ὁ φόβος βαθιά μέσα της, ἕνας φόβος ἀπό τόν ὁποῖο προσπαθοῦμε πάντοτε νά προφυλαχθοῦμε, πίνοντας, ἤ μέ τό νά εἴμαστε συνεχῶς ἀπασχολημένοι, περιβαλλόμενοι ἀπό θόρυβο. Ἡ σιγή ὅμως αὐτοῦ τοῦ φόβου εἶναι ἰσχυρότερη ἀπό κάθε ἄλλο θόρυβο. «Ἄφρων»! Μάλιστα, τό ἀθάνατο ὄνειρο τῆς εὐτυχίας εἶναι ἐκ φύσεως ἀνόητο σ’ ἕνα κόσμο μολυσμένο ἀπό τό φόβο καί τό θάνατο. Ἀκόμη καί στίς ἀνώτερες στιγμές τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ, οἱ ἄνθρωποι τό γνωρίζουν καλά. Μποροῦμε νά νιώσουμε τή θλίψη καί τή θλιβερή ἀλήθεια πίσω ἀπό τά λόγια τοῦ μεγάλου ποιητῆ Ἀλέξανδρου Πούσκιν, πού τόσο πολύ ἀγαποῦσε τή ζωή, ὅταν ἔγραφε: «Δέν ὑπάρχει εὐτυχία στόν κόσμο». Ὄντως, μιά βαθιά θλίψη διαπερνᾶ κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαμηλά, στόν πάτο τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ τά πλήθη ξετρελαίνονται μέ τό θόρυβο καί τίς φωνές, ὡς ἐάν ὁ θόρυβος καί τά θορυβώδη πάρτυ θά μποροῦσαν νά φέρουν τήν εὐτυχία.
«Ἐν αὐτῷ ζωή ἦν, καί ἡ ζωή ἦν τό φῶς τῶν ἀνθρώπων, καί τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν» (Ἰωάν. 1,4-5). Αὐτό πού ὑπονοεῖ αὐτή ἡ φράση εἶναι πώς τό φῶς δέν μπορεῖ νά καταποθεῖ ἀπό τόν φόβο καί τό ἄγχος, δέν μπορεῖ νά σκορπισθεῖ ἀπό τή λύπη καί τήν ἀπελπισία. Νά μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι, σ’ αὐτή τή μάταιη δίψα γιά στιγμιαία εὐτυχία, νά ἔβρισκαν μέσα τους τή δύναμη νά σταματήσουν, νά σκεφτοῦν, νά ἀτενίσουν τά βάθη τῆς ζωῆς! Νά μποροῦσαν νά ἀκούσουν τά λόγια, τή φωνή πού τούς καλεῖ αἰώνια μέσα σ’ αὐτά τά βάθη. Ἄς γνώριζαν μόνο τί εἶναι ἀληθινή εὐτυχία. «Τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν» (Ἰωάν. 16,22). Δέν εἶναι αὐτό πού ὀνειρευόμαστε ὅταν τό ρολόι κτυπήσει μεσάνυκτα; Τή χαρά πού κανείς δέν μπορεῖ νά ἀφαιρέσει. Πόσο σπάνια ὅμως φτάνουμε τέ τέτοα βάθη! Πόσο τά φοβόμαστε γιά κάποιο λόγο καί τά παραμερίζουμε: «Ὄχι σήμερα, ἀλλά αὐριο, ἤ μεθαύριο, θά στρέψω τήν προσοχή στά οὐσιώδη καί αἰώνια· μόνο, ὄχι σήμερα. Ὑπάρχει καιρός».
Ὁ καιρός ὅμως στήν πραγματικότητα εἶναι τόσο λίγος. Μόνο στιγμές περνοῦν πρίν τό βέλος τοῦ χρόνου σφυρίξει πετώντας πρός τό μοιραῖο στόχο. Γιατί καθυστεροῦμε; Ἐπειδή ἀκριβῶς ἐδῶ, ἀνάμεσά μας, δίπλα μας, στέκεται Κάποιος: «ἰδού ἔστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω» (Ἀποκ. 3,20). Ἄν μόνο παραμερίζαμε τό φόβο μας καί Τόν κοιτάζαμε, θά βλέπαμε ἕνα τέτοιο φῶς, μιά τέτοια χαρά, καί μιά τέτοια περίσσεια ζωῆς, πού σίγουρα θά καταλαβαίναμε τό νόημα αὐτῆς τῆς φευγαλέας καί μυστηριώδους λέξης «εὐτυχία».

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΕΤΗΣΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ», τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας.

Χωρίς Αγάπη


Η ΔΥΝΑΜΗ χωρίς την αγάπη σε κάνει ΕΠΙΘΕΤΙΚΟ!
Η ΤΑΞΗ χωρίς την αγάπη σε κάνει ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ!
Η ΓΝΩΣΗ χωρίς την αγάπη σε κάνει ΤΥΡΡΑΝΙΚΟ!
Η ΕΞΥΠΝΑΔΑ χωρίς την αγάπη σε κάνει… ΠΟΝΗΡΟ.
Η ΕΥΘΥΝΗ χωρίς την αγάπη σε κάνει ΑΔΙΣΤΑΚΤΟ!
Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ χωρίς την αγάπη σε κάνει… ΥΠΟΚΡΙΤΗ.
Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ χωρίς την αγάπη σε κάνει… ΣΚΛΗΡΟ.
Το ΚΑΘΗΚΟΝ χωρίς την αγάπη σε κάνει ΚΑΚΟΚΕΦΟ!
Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ χωρίς την αγάπη σε κάνει ΤΣΙΓΚΟΥΝΗ!
Αλίμονο σε εκείνους που τσιγκουνεύονται την ΑΓΑΠΗ!
ΤΙΠΟΤΑ χωρίς αγάπη!
ΟΛΑ με αγάπη!

ΑΓΑΠΩ σημαίνει ΖΩ!
ΑΓΑΠΙΕΜΑΙ σημαίνει ΑΞΙΖΩ!
ΑΓΑΠΩ και ΑΓΑΠΙΕΜΑΙ σημαίνει…
ΑΞΙΖΕΙ να ΖΩ.



Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Αριδαίας.

Τό θεῖο Βρέφος


«Δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός». Ἕνας ἀπό τούς κυριότερους ὕμνους τῶν Χριστουγέννων καταλήγει σ’ αὐτά τά λόγια, ταυτίζοντας τό βρέφος πού γεννήθηκε στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ μέ τόν «πρό αἰώνων Θεό». Ὁ ὕμνος αὐτός συνετέθη τόν ἕκτο αἰώνα ἀπό τόν περίφημο Βυζαντινό ὑμνογράφο Ρωμανό τό Μελωδό:
Ἡ Παρθένος σήμερον, τόν ὑπερούσιον τίκτει καί ἡ γῆ τό σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει· ἄγγελοι μετά ποιμένων δοξολογοῦσι· μάγοι δέ μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός.
(Κοντάκιον Χριστουγέννων)
Τό παιδί ὡς Θεός, ὁ Θεός ὡς παιδί… Γιατί δημιουργεῖται αὐτή ἡ ζωηρή συγκίνηση τήν περίοδο τῶν Χριστουγέννων ὅταν οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καί αὐτοί με χλιαρή πίστη ἤ ἀκόμη καί οἱ ἄθεοι, παρατηροῦν αὐτό τό μοναδικό, ἀσύγκριτο θέαμα τῆς νεαρῆς μητέρας νά κρατᾶ τό παιδί στήν ἀγκαλιά της, καί γύρω τους οἱ «Μάγοι οἱ ἀπό Ἀνατολῶν», οἱ ποιμένες, δροσεροί ἀπό τή νυχτερινή τους σκοπιά στούς ἀγρούς, τά ζῶα, ὁ ἀνοιχτός οὐρανός, ὁ ἀστέρας; Γιατί εἴμαστε τόσο βέβαιοι, ἀλλά καί συνεχῶς ἀνακαλύπτουμε, πώς σ’ αὐτόν τό θλιβερό πλανήτη μας δέν ὑπάρχει τίποτε ὀμορφότερο καί πιό χαρμόσυνο ἀπ’ αὐτό τό θέαμα, που τό πέρασμα τῶν αἰώνων ἀποδείχθηκε ἀνίκανο να ξερριζώσει ἀπό τή μνήμη μας; Ἐπιστρέφουμε σ’ αὐτό τό θέαμα ὁποτεδήποτε δέν ἔχουμε ἄλλο καταφύγιο, ὁποτεδήποτε ἔχουμε βάσανα στή ζωή, καί ἀναζητοῦμε αὐτό πού θά μᾶς ἐλευθερώσει.
Ὅμως στήν εὐαγγελική διήγηση γιά τή γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μητέρα καί τό παιδί δέ λένε οὔτε μία λέξη, ὡσάν οἱ λέξεις νά εἶναι περιττές, ἐπειδή καμιά λέξη δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει, νά ὁρίσει ἤ νά ἐκφράσει τό νόημα ὅσων ἔλαβαν μέρος καί ἐκπληρώθηκαν ἐκείνη τή νύχτα. Καί παρ’ ὅλα αὐτά χρησιμοποιοῦμε λέξεις ἐδῶ, ὄχι γιά νά ἐξηγήσουμε ἤ νά ἑρμηνεύσουμε, ἀλλά ἐπειδή, ὅπως ἡ Γραφή λέει, «ἐκ γάρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδιάς τό στόμα λαλεῖ» (Ματθ. 12, 34). Εἶναι ἀδύνατο κάποιος, πού ξεχειλίζει ἡ καρδιά του, νά μή μοιραστεῖ μέ ἄλλους τά βιώματά του.
Οἱ λέξεις «παιδίον» καί «Θεός» εἶναι οἱ πλέον ἀποκαλυπτηκές γιά τό μυστήριο τῶν Χριστουγέννων. Κατά κάποιο τρόπο, εἶναι ἕνα μυστήριο πού ἀπευθύνεται στό παιδί πού συνεχίζει νά ζεῖ μυστικά μέσα σέ κάθε ἐνήλικα, στό παιδί που συνεχίζει νά ἀκούει ὅ,τι ὁ ἐνήλικας ἔχει πάψει νά ἀκούει, καί πού ἀνταποκρίνεται μέ μιά χαρά, πού ὁ ἐνήλικας, μέσα στόν γήινο, ὑπερώριμο, κουρασμένο καί κυνικό κόσμο πού ζεῖ, ἀδυνατεῖ νά νιώσει. Μάλιστα, τά Χριστούγεννα εἶναι μιά γιορτή γιά τά παιδιά, ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ Χριστουγεννιάτικου δένδρου πού διακοσμοῦμε καί φωτίζουμε, ἀλλά μ’ ἕναν πολύ βαθύτερο τρόπο, καί μόνο τά παιδιά δέν ξαφνιάζονται γιά τό ὅτι, ὅταν ὁ Θεός κατέρχεται στή γή, ἔρχεται ὡς παιδί.
Αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὡς παιδιοῦ συνεχίζει νά λάμπει μέσα ἀπό τίς εἰκόνες καί τά ἀναρίθμητα ἔργα τέχνης, φανερώνοντας πώς ὅ,τι εἶναι οὐσιαστικότερο καί πλέον χαρμόσυνο στό Χριστιανισμό βρίσκεται ἀκριβῶς ἐδῶ, σ’ αὐτήν τήν αἰώνια παιδικότητα τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐνήλικες, ἀκόμη καί αὐτοί πού «συμπαθοῦν περισσότερο τά θρησκευτικά θέματα», περιμένουν καί προσδοκοῦν ἀπό τή θρησκεία νά δώσει ἐξηγήσεις καί ἀναλύσεις· τή θέλουν ἔξυπνη καί σοβαρή. Οἱ ἀντίπαλοί της εἶναι ἐξίσου σοβαροί, καί, τελικά, τόσο βαρετοί, καθώς ἀντιμετωπίζουν τή θρησκεία μ’ ἕνα χαλάζι ἀπό «ὀρθολογικές» σφαῖρες. Στήν κοινωνία μας δέν ὑπάρχει καμιά φράση πού νά μεραφέρει καλύτερα τήν περιφρόνησή μας ἀπό τό νά χαρακτηρίσουμε κάτι λέγοντας πώς «εἶναι παιδιάστικο». Μ’ ἄλλα λόγια, δέν εἶναι γιά τούς ἐνήλικες, τούς ἔξυπνους καί σοβαρούς. Ἔτσι τά παιδιά μεγαλώνουν καί γίνονται ἐξίσου σοβαρά καί βαρετά. Ὁ Χριστός ὅμως εἶπε, «γένησθε ὡς τά παιδία» (Ματθ. 18, 3). Τί σημαίνει αὐτό; Τί λείπει ἀπό τούς ἐνήλικες, ἤ καλύτερα, τί ἔχει στραγγαλισθεῖ, καταπνιγεῖ, ἐκμηδενισθεῖ ἀπό ἕνα παχύ στρῶμα ἐνηλικιότητας; Δέν εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα αὐτή ἡ ἱκανότητα, ἡ τόσο χαρακτηριστική τῶν παιδιῶν, νά θαυμάζουν, νά ἀγαλλιοῦν καί τό πιό σπουδαῖο νά εἶναι γνήσια στή χαρά καί στή λύπη; Ἡ ἐνηλικίωση στραγγαλίζει ἐπίσης τήν ἱκανότητα νά ἐμπιστεύεσαι, νά αὐτοεγκαταλείπεσαι, νά ἀφήνεσαι τελείως στήν ἀγάπη καί νά πιστεύεις μέ ὅλη σου τήν ὕπαρξη. Τελικά τά παιδιά παίρνουν στά σοβαρά ὅ,τι οἱ ενήλικες δέν μποροῦν πλέον νά ἀποδεχθοῦν: τά ὄνειρα, αὐτά πού διασποῦν τήν καθημερινή μας ἐμπειρία καί τήν κυνική μας καχυποψία, αὐτό τό βαθύ μυστήριο τοῦ κόσμου καί κάθετι πού ἀποκαλύπτεται στούς ἁγίους, στά παιδιά καί στούς ποιητές.
Ἔτσι μόνο ὅταν εἰσχωρήσουμε στό παιδί πού ζεῖ κρυμμένο μέσα μας, μποροῦμε νά κάνουμε δικό μας τό χαρμόσυνο μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού ἔρχεται πρός ἐμᾶς «ὡς παιδίον». Τό παιδί δέ διαθέτει οὔτε κύρος οὔτε ἐξουσία· ὅμως ἡ ἀπουσία ἀκριβῶς κύρους τό ἀναδεικνύει σέ βασιλιά· πηγή τῆς βαθιᾶς του δύναμης εἶναι ἡ ἀνικανότητα νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἑαυτό του καί ἡ τρωτότητά του. Τό παιδί σ’ αὐτή τή μακρινή σπηλιά τῆς Βηθλεέμ δέν ἔχει ἐπιθυμία ὥστε νά τό φοβόμαστε· εἰσέρχεται στίς καρδιές μας χωρίς νά μᾶς ἐκφοβίζει, χωρίς νά ἐπιδεικνύει τό κύρος καί τή δύναμή του, ἀλλά μόνο μέ τήν ἀγάπη. Μᾶς δίνεται ὡς παιδί, καί μόνο ὡς παιδιά μποροῦμε μέ τή σειρά μας νά τό ἀγαπήσουμε καί νά δοθοῦμε σ’ αὐτό. Ὁ κόσμος κυβερνᾶται ἀπό τή δύναμη καί τήν ἐξουσία, ἀπό τό φόβο καί τήν κυριαρχία. Τό «παιδίον Θεός» μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπ’ ὅλα αὐτά. Τό μόνο πού ἐπιθυμεῖ ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ ἀγάπη μας, πού προσφέρεται μέ ἐλευθερία καί χαρά· τό μόνο πού ἐπιθυμεῖ ἀπό μᾶς εἶναι νά τοῦ δώσουμε τήν καρδιά μας. Καί τή δίνουμε σ’ ἕνα ἀνυπεράσπιστο παιδί, πού ἐμπνέει ὅμως τεράστια ἐμπιστοσύνη.
Μέ τή γιορτή τῶν Χριστουγέννων ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει ἕνα μυστήριο χαρᾶς: τό μυστήριο μιᾶς ἐλεύθερα προσφερόμενης ἀγάπης πού δέν ἐπιβάλλεται σέ κανένα. Μιᾶς ἀγάπης ἱκανῆς νά δεῖ, νά ἀναγνωρίσει καί νά ἀγαπήσει τό Θεό στό πρόσωπο τοῦ θείου Παιδιοῦ, καί νά γίνει ἔτσι δῶρο μιᾶς νέας ζωῆς. 

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΕΤΗΣΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ», τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας.

Ἡ στολή τῆς Θεότητος


                                            Nίκου Νικολαΐδη
                                              Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς
                                              Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν

Θέλω ν’ ἀνοίξω τό στόμα μου, ὦ ἀδελφοί, καί νά ὁμιλήσω περί τῆς ὑψηλῆς ὑποθέσεως τῆς ταπεινοφροσύνης· ἀλλά φοβοῦμαι, ὡς φοβεῖται ἐκεῖνος, ὅστις μέλλει νά ὁμιλήσῃ περί Θεοῦ δι’ ἀνθρωπίνων συλλογισμῶν· καθότι ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολή τῆς θεότητος· ἐπειδή ὁ υἱος καί λόγος τοῦ Θεοῦ καί πατρός ἐνανθρωπήσας ἐπί τῆς γῆς, αὐτήν ἐνεδύθη, καί συνανεστράφη μεθ’ ἡμῶν· καί πᾶς ὅστις κατέβη ἐκ τοῦ ἰδίου ὕψους, καί ἐσκέπασε τήν ἰδίαν αὐτοῦ δόξαν καί μεγαλωσύνην διά τῆς ταπεινοφροσύνης, ἵνα μή ἡ κτίσις καταφλεχθῇ, βλέπουσα τήν φύσιν τῆς αὐτοῦ θεότητος· 
Ἁγ. Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ καί πιστεύει ὅτι μόνο οἱ ἱεροί συγγραφεῖς τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι θεόπνευστοι. Γράφουν μέ τό φωτισμό καί τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε, διαμέσου τους, νά ἔχομε τήν ἀποκάλυψη τῶν θείων ἀληθειῶν καί νά ἀποφεύγονται, λόγῳ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, τά ὁποιαδήποτε λάθη. Καί εἶναι γι᾿ αὐτό τό λόγο, γιά τόν ὁποῖο, ἐνῶ τά ἱερά κείμενα συντάχθηκαν σέ διαφορετικούς χρόνους, ἀπό πολλούς, μέ ἤ χωρίς μορφωτικές προϋποθέσεις, ἐντούτοις πουθενά στήν Ἁγία Γραφή δέν παρατηροῦνται ἀντιφάσεις. Ἡ θεοπνευστία αὐτή, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν Ἁγία Γραφή, εἶναι μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, ἀλλά καί τερματική, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι δέν ἔχομε συνεχή ροή θείας ἀποκάλυψης, μέσα στήν Ἐκκλησία, κάτι, τό ὁποῖο, δυστυχῶς, πιστεύεται καί ἐφαρμόζεται στό Ρωμαιοκαθολικισμό, προκειμένου νά στηρίζονται τά ἀστήρικτα καί νά δικαιολογοῦνται τά ἀδικαιολόγητα, ὅπως τά περί πρωτείου καί ἀλαθήτου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης κ.ἄ.
Ὅμως, στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας παρατηρεῖται τό φαινόμενο τῆς θεοπνευστίας, ὄχι ὑπό τήν εἰδική ἔννοια, ὅπως τήν προδιαγράψαμε πιό πάνω, ἀλλά ὑπό τήν εὐρύτερη τοῦ ὅρου ἀντίληψη. Λέγοντας, ὅμως, «Πατέρες», ἡ Ἐκκλησία ἐννοεῖ εἰδική ὁμάδα ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, οἱ ὁποῖοι, διακρίθηκαν ἐν ἔργῳ καί λόγῳ καί βιοτῇ. Ὑπῆρξαν δηλαδή μεστοί τῆς ἐμπειρίας καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπέβησαν ὀρθοί διερμηνεῖς τῆς «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀνέκαθεν ἀχράντως πεφυλαγμένης–παραδεδομένης θείας ἀποκαλύψεως». Αὐτοί ὀνομάζονται «θεόπνευστοι», πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καί σοφίας. Εἶναι, ἑπομένως, γι᾿ αὐτό τό λόγο, γιά τόν ὁποῖο καί ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος μιλᾶ, λέγοντας ὅτι μόνο ὅσοι «ἔλαβον Πνεῦμα Ἅγιον ἔμαθον τά βαθέα τοῦ Θεοῦ», ἐνῶ οἱ αἱρετικοί, «ὡς μή λαβόντες Πνεῦμα Ἅγιον, οὐκ ἔμαθον τά βαθέα τοῦ Θεοῦ καί εἰς ταύτας περιεκλάσθησαν τάς αἱρέσεις». Ἐξαιτίας τούτου τοῦ γεγονότος καί ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποκαλεῖ τούς Πατέρες «θεοπνεύστους» καί τά ἔργα τους «θεοπαράδοτα».
Ἀλλά, γιά νά ἐπικεντρωθοῦμε στό θέμα μας, μέ σκοπό τήν κατά Θεόν οἰκοδομή μας τίς ἅγιες μέρες τῆς τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐπιδημίας στόν κόσμο, θά καταφύγομε σ᾿ ἕνα ὄμορφο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, τό ὁποῖο ἐν εἴδει κεφαλαίου παραθέτει στόν πνευματικό λειμώνα του, τά «Ἀσκητικά» του. «Θέλω νά ἀνοίξω τό στόμα μου, ἀδελφοί μου», γράφει, «καί νά μιλήσω γιά τήν ὑψηλή ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀλλά πληροῦμαι ἀπό φόβο, ὅπως ἀκριβῶς νοιώθει δέος αὐτός, πού πρόκειται νά διαλεχθεῖ γιά τό Θεό». Γιά ποιό, ὅμως, λόγο; «Στολή γάρ Θεότητός ἐστιν». Εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη ἡ στολή τῆς Θεότητος. Γιατί; Διότι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Θεός, προκειμένου νά γίνει ἄνθρωπος, νά ἐνανθρωπήσει, αὐτήν ἐνδύθηκε καί διαμέσου αὐτῆς κατέβηκε στόν κόσμο καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Θεός «ἐκένωσε» τόν ἑαυτό του (Φιλ. β΄7) καί «ἐκάλυψε τήν ἀρετήν τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ καί ἐσκέπασε τήν ἑαυτοῦ δόξαν ἐν τῇ ταπεινοφροσύνῃ».
Ἀλλά, γιατί ὁ Θεός ταπεινώνεται; Καί ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος: «Ἵνα μή ἡ κτίσις τῇ αὐτοῦ θεωρίᾳ καταφλεχθῇ»! Πῶς θά μποροῦσε ἡ κτίση νά ἀνεχθεῖ τή θεωρία του; Ἔντρομος καί ἔμπλεος φόβου μήπως δέν ἦταν καί ὁ Μωϋσῆς μπροστά στή φλεγόμενη βάτο (Ἐξ. γ΄ 1κ.ἑξ. Πράξ. ζ΄32); Ἤ μήπως δέν συγκλονίστηκαν ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στό καπνίζον ὄρος Σινᾶ οἱ Ἰσραηλίτες καί μ᾿ ἕνα στόμα εἶπαν στό Μωϋσῆ, ὅτι, ἄν τούς μιλήσει ξανά ὁ Θεός μέ τόν ἴδιο τρόπο, θά πεθάνουν ἀπό τό φόβο τους (Ἐξ. κ΄18); Ἑπομένως, «πῶς οὖν φανερῶς ἡ κτίσις ἠδύνατο δέξασθαι τήν θεωρίαν αὐτοῦ; Διότι ἡ κτίσις οὐκ ἠδύνατο θεάσασθαι αὐτόν, εἰ μή μέρος ἐξ αὐτῆς ἔλαβεν», ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ.
Πόσο ὑπέροχοι, πραγματικά, εἶναι οἱ λόγοι αὐτοί! Πόσο παραστατικά ἀνευρίσκουν οἱ φωτισμένοι Πατέρες μας τό «ἀπόθετον κάλλος» καί τόν «κεκρυμμένον πλοῦτον» τῶν Γραφῶν. Καί πόσο ἁπλά καί μεστά μᾶς τόν προσφέρουν καί μᾶς καλοῦν νά γευθοῦμε τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τους! 
Καί δέν μένουν μόνο στή θεωρία οἱ Πατέρες ἀλλά προχωροῦν στήν πράξη. Καί αὐτός εἶναι ὁ ἄλλος λόγος τῆς ταπείνωσης τοῦ Χριστοῦ. Κανένας, σημειώνει ὁ Ἅγιος, δέν μπορεῖ νά λέγεται καί νά εἶναι χριστιανός καί δέν μπορεῖ νά ἐξομοιωθεῖ μέ τό Θεό, ἄν δέν ἐνδυθεῖ πρῶτα τή στολή, πού ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «ἐνεδύσατο»! Ἔτσι, ὅποιος δεχθεῖ καί φορέσει τή στολή, τήν ὁποία ὁ Κτίστης ἐνδύθηκε, «αὐτόν τόν Χριστόν ἐνδύεται»! Ἄν ὁ ἐγωϊσμός, ἐξόρισε τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ἡ ταπείνωση, αὐτή καί μόνη μπορεῖ νά μᾶς ἐπαναφέρει στό «ἀρχαῖον κάλλος». Καί ἡ ταπείνωση δέν εἶναι μία ἀρετή. Γιατί, ὅπως «τό ἅλας πάσῃ τροφῇ (δίνει γεύση σέ κάθε φαγητό, ἔτσι) καί ἡ ταπείνωσις (ἀποβαίνει ἀναγκαία) πάσῃ ἀρετῇ». Μέ τόν τρόπο τοῦτο ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά γίνει ξανά ὡς ὁ πρωτόπλαστος πρό τῆς παρακοῆς. Καί μέ τό σχῆμα τοῦτο ὅλη «ἡ κτίσις αἰδεῖται τήν θεωρίαν τοῦ ταπεινόφρονος». 
Τί, λοιπόν, μπορεῖ νά εἶναι πιό θεοφιλές καί πιό θεοτερπές στή ζωή μας, ἄν μέσα στίς τόσες ἔγνοιες μας, ὄχι μόνο τῶν Γιορτῶν, ἀλλά καί τῆς καθόλου ἐπί γῆς πορείας μας, μεριμνούσαμε πῶς νά ντυθοῦμε καί νά λαμπρύνομε τόν ἑαυτό μας μέ τή στολή τῆς ταπεινοφροσύνης, «τήν στολήν αὐτήν τῆς θεότητος»!

Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 466, Δεκέμβριος 2011.

Διάβασα κάπου… καί σκέφθηκα


Διάβασα κάπου:
­Μιά μέρα, ἕνας σοφός Ἰνδιάνος ἔκανε τήν παρακάτω ἐρώτησι στούς μαθητές του:
– Γιατί οἱ ἄνθρωποι οὐρλιάζουν ὅταν ἐξοργίζωνται;
– Γιατί χάνουν τήν ἠρεμία τους, ἀπάντησε ὁ ἕνας.
– Μά γιατί πρέπει νά ξεφωνίζουν, παρότι ὁ ἄλλος βρίσκεται δίπλα τους; ξαναρωτᾶ ὁ σοφός.
– Ξεφωνίζουμε, ὅταν θέλουμε νά μᾶς ἀκούση ὁ ἄλλος, εἶπε ἕνας ἄλλος μαθητής.
Καί ὁ δάσκαλος ἐπανῆλθε στή ἐρώτησι: Μά τότε δέν εἶναι δυνατόν νά τοῦ μιλήση μέ χαμηλή φωνή;
Διάφορες ἀπαντήσεις δόθηκαν ἀλλά… καμιά δέν ἱκανοποίησε τόν δάσκαλο.
Ξέρετε γιατί οὐρλιάζουμε κυριολεκτικά, ὅταν εἴμαστε θυμωμένοι;
Γιατί ὅταν θυμώνουν δύο ἄνθρωποι, οἱ καρδιές τους ἀπομακρύνονται πολύ καί γιά νά μπορέση ὁ ἕνας νά ἀκούση τόν ἄλλο θά πρέπει νά φωνάξη δυνατά, γιά νά καλύψη τήν ἀπόστασι.
Ὅσο πιό ὀργισμένοι εἶναι, τόσο πιό δυνατά θά πρέπει νά φωνάξουν γιά ν’ ἀκουστοῦν.
Ἐνῶ ἀντίθετα  τί συμβαίνει ὅταν ἀγαποῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλο;
Δέν ἔχουν ἀνάγκη νά ξεφωνίσουν, κάθε ἄλλο, μιλοῦν σιγανά.
Γιατί; Ἐπειδή οἱ καρδιές τους εἶναι πολύ-πολύ κοντά. Ἡ ἀπόστασις μεταξύ τους εἶναι ἐλάχιστη. Μερικές φορές εἶναι τόσο κοντά πού δέν χρειάζεται οὔτε κἄν νά μιλήσουν… παρά μονάχα νά ψιθυρίσουν.
Καί ὅταν ἡ ἀγάπη τους εἶναι πολύ δυνατή δέν εἶναι ἀναγκαῖο  οὔτε κἄν νά μιλήσουν, τούς ἀρκεῖ νά κοιταχθοῦν.
Ἔτσι συμβαίνει, ὅταν δυό ἄνθρωποι πού ἀγαπιοῦνται πλησιάζουν ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλον.
Στό τέλος ὁ Σοφός εἶπε συμπερασματικά: 
«Ὅταν συζητᾶμε μήν ἀφήνετε τίς καρδιές σας νά ἀπομακρυνθοῦν, μήν λέτε λόγια πού σᾶς ἀπομακραίνουν, γιατί θά φτάση μιά μέρα πού ἡ ἀπόστασις θά γίνη τόσο μεγάλη πού δέν θά βρίσκουν πιά τά λόγια σας τό δρόμο τοῦ γυρισμοῦ».

Καί σκέφθηκα:
Λοιπόν, ναί, σοφός ὁ Ἰνδιάνος. Ὁ θυμός εἶναι ἕνας πολύ δυνατός ἀέρας πού σβήνει πρωτίστως τή λογική, γι’ αὐτό καί ὁ θυμωμένος παραφέρεται, παραλογίζεται, ἀγριεύει, πετοῦν τά μάτια σπίθες καί αὐξάνονται τά ντεσιμπέλ στήν ἔντασι τῆς φωνῆς.
Ὁ θυμός εἶναι τυφώνας πού πετάει πολύ μακρυά τόν σεβασμό καί τήν εὐγένεια. Τά λόγια τοῦ θυμώδη στάζουν πίκρα, ἀλαζονεία, κακότητα, σκληρότητα, ἀπαξίωσι. Ἡ γλῶσσα του ρίχνει λάσπες πού λερώνουν ὑπολήψεις.
Ὁ θυμός εἶναι ἰσχυρός βοριᾶς πού ἐκσφενδονίζει σέ μεγάλη ἀπόστασι τούς ἀνθρώπους πού ἀγαποῦμε καί κάποιες φορές τόσο μακρυά, ὥστε τά λόγια δέν μποροῦν νά βροῦν τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.
Ὁ θυμώδης εἶναι θάλασσα τρικυμισμένη πού μόνο ναυάγια μπορεῖ νά προκαλῆ. Ἐνῶ ἡ ἀγάπη σκορπᾶ γύρω της ἠρεμία καί γαλήνη τόση καί τέτοια πού ἀκούγονται οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς . Καί ἄλλες φορές ἡ ἀγάπη εἶναι ἐξομολόγησις δυνατῶν συναισθημάτων, μέ τήν εὔγλωττη δυνατή σιωπή ἑνός βλέμματος. Ἐπειδή ἡ ἀπόστασις τῆς ἀγάπης εἶναι ταύτισις, εἶναι μηδέν.
Πόσα χάνουμε μέ τό θυμό! Ὄχι μόνον τήν ἀγάπη, τούς ἀγαπημένους, τήν γαλήνη μας, μέσα μας καί γύρω μας, ὄχι μόνον σμπαραλιάζουμε τό νευρικό μας σύστημα ἀλλά ἀπομακρύνουμε τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Καί ἔτσι ἀθωράκιστοι, γινόμαστε γελοῖοι μπροστά στούς ἀνθρώπους καί πιόνι στά χέρια τοῦ διαβόλου.
Ποιό θηρίο τρέφουμε μέσα μας καί τό ἀφήνουμε νά οὐρλιάζη; Μιά τέτοια στάσις ζωῆς καταξιώνει τάχα τόν πολιτισμένο ἄνθρωπο, τόν μυρωμένο, τόν χαριτωμένο, τό παιδί τοῦ Θεοῦ;
Ἀλήθεια, δέν εἶναι ἀποδεδειγμένο πώς αὐτός πού φωνάζει περισσότερο ἔχει τό ὀλιγώτερο δίκαιο;
Οὐρλιαχτά, λοιπόν; κέρδη μηδέν, ζημιές ἀνεπανόρθωτες.
Πραότητα, γαλήνη, ἠρεμία, ἀνεκτικότητα, ἀγάπη;
Πρόγευσις Παραδείσου
Λοιπόν, ἐπιλέγουμε τούς τρόπους ἐπικοινωνίας μας;

Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 465, Νοέμβριος 2011.