Αγία Ευδοκία η από Σαμαρειτών η Οσιομάρτυς


Η Αγία Ευδοκία γεννήθηκε στη Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας, της Φοινίκης, την εποχή του Τραϊανού (98 – 117 μ.Χ.). Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της στην αμαρτία και την ακολασία, παρασύροντας με την εκτυφλωτική της ομορφιά πολλούς άνδρες στη αμαρτωλή ζωή, ενώ συγχρόνως συγκέντρωσε πολλά χρήματα.

Η χάρη όμως του Θεού ευδόκησε, ώστε να συμβεί η θαυμαστή αλλοίωση και στην ψυχή της Ευδοκίας. Μετά από μία σοβαρή ασθένεια, εγκατέλειψε την πόλη και την αμαρτία της, για να επιστρέψει εκεί ένα χρόνο αργότερα. Επιθυμώντας όμως να παραμείνει άγνωστη, εγκαταστάθηκε στην άκρη της πόλης. Εκεί γνωρίζει κάποιον μοναχό ονόματι Γερμανό και με τις νουθεσίες του μετανοεί.

Στην συνέχεια, αφού είδε οπτασία, προσήλθε στον Επίσκοπο Θεόδοτο και βαπτίσθηκε. Η οπτασία ήταν η εξής: Παρατηρούσε Άγγελο Θεού να οδηγεί αυτήν προς τον ουρανό και άλλους Αγγέλους να τη συγχαίρουν, ενώ την ίδια στιγμή κάποιος μαύρος ούρλιαζε και έλεγε ότι αδικείται πάρα πολύ, επειδή η Ευδοκία έγινε Χριστιανή.

Από τότε αλλάζει η ζωή της, χαρίζει όλη της τη περιουσία στο φιλανθρωπικό έργο της τοπικής εκκλησίας και πηγαίνει σε κάποιο μοναστήρι, όπου ζει βίο ασκητικό ως τη στιγμή που τη άρπαξαν οι πρώην εραστές της και την οδήγησαν στο Αυριλιανό για να δικαστεί.

Η Αγία όμως με την προσευχή της, κατόρθωσε να αναστήσει το νεκρό παιδί του βασιλιά και να προσελκύσει και τον ίδιο στο Χριστιανισμό. Αργότερα οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα Διογένη, ο οποίος την άφησε ελεύθερη, αφού η Αγία και πάλι θαυματούργησε. Τελικά αποκεφαλίσθηκε από το Βικέντιο και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.


Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ΄.

Ἐν σοί Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβοῦσα γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Εὐδοκία τό πνεῦμά σου.

Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Οσίας Παρασκευής, Νέας Καλλικράτειας.
πηγή:www.saint.gr
Advertisements

Περί υπακοής

Ὅπως πρίν από τον καρπό αναφαίνεται το άνθος, έτσι και πρίν από την υπακοή προηγείται η ξενιτεία, είτε του σώματος είτε του θελήματος. Με τις δύο αυτές αρετές, ωσάν με χρυσές πτέρυγες ανέρχεται άκοπα στον ουρανό η οσία ψυχή. Ίσως μάλιστα γι΄ αυτό κάποιος πνευματοφόρος άνθρωπος να έψαλλε: «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσείς περιστεράς, και πετασθήσομαι» -με την πράξι- «και καταπαύσω»- με την θεωρία και την ταπείνωσι; (Ψαλμ. νδ΄ 7).

Υπακοή είναι η τελεία απάρνησις της ψυχής μας[1], η οποία φανερώνεται καθαρά με τα έργα του σώματος. Ή και το αντίθετο: Υπακοή είναι νέκρωσις των μελών του σώματος, ενώ ο νους είναι ζωντανός. Υπακοή σημαίνει ενέργεια χωρίς εξέτασι, θάνατος εκούσιος, ζωή χωρίς περιέργεια, αμεριμνία για κάθε σωματικό κίνδυνο, αμεριμνία για το τι θα απολογηθής στον Θεόν, να μη φοβήσαι τον θάνατο, να ταξειδεύης στην θάλασσα χωρίς κίνδυνο, να οδοιπορής στην ξηρά ξέγνοιαστα σαν να κοιμάσαι.

Υπακοή σημαίνει ενταφιασμός της ιδικής μας θελήσεως και ανάστασις της ταπεινώσεως. Δεν αντιλέγει ο νεκρός ούτε ξεχωρίζει τα καλά από εκείνα πού του φαίνονται ως πονηρά. Διότι ο Γέροντάς του, πού του εθανάτωσε με τρόπο θεάρεστο την ψυχή, αυτός θα δώση λόγο για όλα. Υπακοή σημαίνει να αποθέσωμε την ιδική μας διάκρισι στην πλούσια διάκρισι του Γέροντος.
Η αρχή της νεκρώσεως και κάποιου μέλους του σώματος και κάποιου θελήματος της ψυχής φέρνει πόνο. Στο μέσον της νεκρώσεως, άλλοτε αισθανόμεθα πόνο και άλλοτε όχι. Και στο τέλος επέρχεται παύσις και αναισθησία του πόνου. Τότε μόνο φαίνεται να πονή και να υποφέρη ο ζωντανός αυτός νεκρός και μακαρίτης, όταν βλέπη πώς κάνει το θέλημά του. Και τούτο, διότι φοβείται το βάρος του πταίσματός του.
Όλοι εσείς πού επιχειρήσατε να αποδυθήτε και να εισέλθετε στο στάδιο αυτό του ψυχικού μαρτυρίου, όσοι θέλετε να σηκώσετε στον τράχηλό σας τον ζυγό του Χριστού, όσοι φροντίζετε να φορτώσετε στον τράχηλο κάποιου άλλου το ιδικό σας φορτίο, όσοι σπεύδετε να γράψετε σε συμβόλαιο την πώλησί σας και θέλετε αντί αυτής να γραφή σε σας ελευθερία, όσοι, τέλος, υποβαστάζεσθε και ανυψώνεσθε από χέρια άλλων και διανύετε έτσι το μεγάλο τούτο πέλαγος, ας γνωρίζετε ότι επιχειρήσατε να βαδίσετε μία σύντομη, αλλά και τραχεία οδό, η οποία μία και μόνη πλάνη κρύβει: Αυτήν που λέγεται ιδιορρυθμία. Αυτός που απαρνήθηκε εντελώς την ιδιορρυθμία σε όσα του φαίνονται καλά και πνευματικά και θεάρεστα, αυτός έφθασε στο τέρμα της οδού, προτού αρχίση να την βαδίζη. Διότι αυτό ακριβώς είναι η υπακοή: Να μην εμπιστεύεται κανείς τον εαυτόν του σε όλα τα καλά μέχρι τέλους της ζωής του.


Από την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Λόγος Τέταρτος, Περί Ὑπακοής.
Πηγή: Orthodox Fathers |

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Μέρος Β΄

Ἀργολογία

Ἡ ἀργολογία φαίνεται νά εἶναι ἕνα τόσο μικρό, ἀσήμαντο μειονέκτημα. Γιατί νά εἶναι κάτι τό φοβερό; Πειράγματα, ἐξυπνάδες, κουτσομπολιό… Εἴμαστε ὅλοι ἄνθρωποι, εἴμαστε ὅλοι μπλεγμένοι σ’ αὐτές τίς παραβάσεις, ἀλλά βεβαίως πρέπει νά ὑπάρχουν ἁμαρτίες πολύ τρομερότερες ἀπ’ αὐτές. Ἔτσι μᾶς παρουσιάζεται τό θέμα καί ἔτσι ἔχουμε συνηθίσει νά σκεφτόμαστε. Τό εὐαγγέλιο ὅμως λέει πώς “πᾶν ῥῆμα ἀργόν ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως” (Ματθ. 12,36), καί συνεπῶς πρέπει νά ἀναρωτιόμαστε ἄν ἡ “ἀργολογία” εἶναι τόσο ἁπλή καί ἀθώα ὅπως φαίνεται…

Ὁ καθένας μας, ἄν σκεφτεῖ προσεκτικά καί συγκεκριμένα τή ζωή του, καί ὄχι ἁπλῶς μέ βάση ἀφηρημένες θεωρίες, θά πειστεῖ ἀμέσως πώς τά λόγια, εἴτε αὐτά πού ἔχουμε πεῖ εἴτε αὐτά πού μᾶς ἔχουν πεῖ, ἔχουν ἀναμφισβήτητα προκαλέσει πολύ πόνο καί ἔχθρα, καί ἔχουν δηλητηριάσει περισσότερες ὧρες καί λεπτά στή ζωή μας ἀπ’ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Συκοφαντία, ἐνοχοποίηση, προδοσία, ἀπιστία, ψέματα, φημολογία: ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν τρομακτικά φαινόμενα, καί ὅλα αὐτά λαμβάνουν χώρα ἀποκλειστικά μέ τά λόγια· ὅλα αὐτά εἶναι ἀρκετά ἀπό μόνα τους νά μᾶς κάνουν νά αἰσθανθοῦμε τήν τρομακτική τους δύναμη. Εἶναι ἀλήθεια πώς τά λόγια μποροῦν νά δημιουργήσουν καί νά ἐκφράσουν τήν καλωσύνη, τήν ὀμορφιά καί τή σοφία. Μποροῦν ὅμως ἐπίσης νά καταστρέψουν τήν καλωσύνη, τήν ὀμορφιά καί τή σοφία. Μιά λέξη μπορεῖ νά δηλητηριάσει τήν ψυχή, καί νά τή γεμίσει μέ καχυποψία, φόβο, κακεντρέχεια, μίσος καί κυνισμό. Κι αὐτό φυσικά δέν ἐφαρμόζεται μόνο στήν προσωπική μας ζωή, ἐπειδή ζοῦμε σέ μιά ἐποχή ὅπου “ἡ ἀργολογία” κατέχει ὄντως οἰκουμενική διάσταση. Ἐφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση, βιβλία, σχολεῖα, ὅλα αὐτά εἶναι ὄργανα καί σχεδόν σύμβολα μιᾶς στομφώδους, συνεχοῦς, ἀκατάπαυστης “ἀργολογίας”, πού καθῆκον ἔχει νά σφηνώσει στά κεφάλια μας καί νά τά γεμίσει μέ παράξενες ἰδέες καί νά μᾶς ὑποχρεώσει νά σκεφτόμαστε σέ συντονισμό μέ τήν “ἀστυνομία σκέψης”. Μποροῦμε νά ποῦμε χωρίς ὑπερβολή πώς ὁ κόσμος ἔχει δηλητηριασθεῖ ἀπό τήν “ἀργολογία”, πού σέ τελευταία ἀνάλυση ἀποτελεῖται ἀπό ψέματα.

Ὁ Χριστιανισμός θεωρεῖ τό λόγο ὡς τό μεγαλύτερο καί ὄντως θεϊκό δῶρο πού δόθηκε ποτέ στήν ἀνθρωπότητα, πού μᾶς ξεχωρίζει ὡς λεκτικά ὄντα ἀπό τά μή λεκτικά. Ἀποκαλεῖ τόν ἴδιο τό Θεό “Λόγο”, καί λέει στό εὐαγγέλιο, “ Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, και Θεός ἦν ὁ Λόγος” (Ἰωάν. 1,1). Ἀλλά ἐπειδή ὁ Χριστιανισμός τοποθετεῖ τόσο ψηλά τό λόγο καί τόν προικίζει μέ μιά τέτοια δημιουργική δύναμη, γιαυτό βλέπει μέ τέτοιο τρόμο τά ἄδειλα λόγια, τήν “ἀργολογία”, τήν ἴδια τήν αὐτοαναίρεση τοῦ λόγου, ὅταν ἀντί αὐτός νά εἶναι ὄργανο καλωσύνης καί φωτός γίνεται ὄργανο κακοῦ καί σκότους… “πᾶν ῥῆμα ἀργόν ὁ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρα κρίσεως· ἐκ γάρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καί ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ” (Ματθ. 12, 36-37). Ὁ καθένας μας θά πλήρωνε ἀκριβά ἄν αὐτός ὁ λόγος πού δηλητηριάζει τή ζωή μποροῦσε νά παρθεῖ πίσω σάν νά μή λέχθηκε ποτέ… Εἶναι ἀνάγκη νά σκεφτοῦμε ὅλα αὐτά γιά νά καταλάβουμε τό γιατί ἡ εὐχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου τοποθετεῖ τήν “ἀργολογία” μαζί μέ τήν “ἀργία, περιεργία, φιλαρχία” ἀνάμεσα στίς τέσσερις βασικές ἁμαρτίες ὡς θεμελιῶδες κακό. Ὅταν ὁ λόγος καθαρθεῖ καί ἀποκατασταθεῖ στην πρωτόκτιστη δύναμή του, τότε θά ἀρχίσει ἡ ἴδια ἡ ζωή νά καθαρίζεται καί νά ἀποκαθίσταται. Μιλοῦσε “ζυγίζοντας τήν κάθε λέξη”. Ναί, ἀκριβῶς ζυγίζοντας, ὄχι μόνο πάνω στή ζυγαριά τῆς προσοχῆς, τῆς ὠφέλειας καί τῶν ὑπολογισμῶν· ζυγίζοντας ἐπίσης τήν κάθε λέξη πάνω στό ζυγό τῆς δικαιοσύνης, τῆς καλωσύνης καί τῆς ἀλήθειας.


Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ἐτήσιος ἐκκλησιαστικός κύκλος, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας.

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Μέρος Α΄
Ὀκνηρία, ἀπόγνωση, δίψα γιά ἐξουσία
Γιά τήν πλειονότητα τῶν πιστῶν ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ταυτισμένη πάνω ἀπ’ ὅλα μέ τή σύντομη εὐχή πού ἀποδίδεται στόν ἅγιο Ἐφραίμ τό Σύρο, ἕναν Πατέρα τοῦ τετάρτου αἰώνα. Ἡ εὐχή ἀπαγγέλεται στό τέλος κάθε ἀκολουθίας τῆς Σαρακοστῆς, καθῶς καί ἀπό τούς πιστούς ὡς μέρος τῆς πρωσοπικῆς τους προσευχῆς. Ἐκφράζει μέ ἀκρίβεια, συνοπτικότητα καί ἁπλότητα τό νόημα καί τό πνεῦμα ὅλων αὐτῶν πού οἱ χριστιανοί γιά αἰῶνες ἀπέδιδαν στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.
Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ναί, Κύριε βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα και μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου· ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς aἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Αὐτά εἶναι ἀρχαῖα λόγια. Ἄς προσπαθήσουμε ὅμως νά διεισδύσουμε πίσω ἀπό τήν ἀρχαία ἐπιφάνεια στό νόημα καί στήν οὐσία τους, ὅπως γύρω στά πενήντα μέ ἑξήντα χρόνια πρίν ἐπιστήμονες ἔμαθαν νά μετακινοῦν τήν ἐπιφανειακή σκόνη καί καπνιά ἀπό τίς παλιές εἰκόνες.

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Μέρος Α΄

Ὀκνηρία, ἀπόγνωση, δίψα γιά ἐξουσία


Γιά τήν πλειονότητα τῶν πιστῶν ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ταυτισμένη πάνω ἀπ’ ὅλα μέ τή σύντομη εὐχή πού ἀποδίδεται στόν ἅγιο Ἐφραίμ τό Σύρο, ἕναν Πατέρα τοῦ τετάρτου αἰώνα. Ἡ εὐχή ἀπαγγέλεται στό τέλος κάθε ἀκολουθίας τῆς Σαρακοστῆς, καθῶς καί ἀπό τούς πιστούς ὡς μέρος τῆς πρωσοπικῆς τους προσευχῆς. Ἐκφράζει μέ ἀκρίβεια, συνοπτικότητα καί ἁπλότητα τό νόημα καί τό πνεῦμα ὅλων αὐτῶν πού οἱ χριστιανοί γιά αἰῶνες ἀπέδιδαν στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.
Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ναί, Κύριε βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα και μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου· ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς aἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Αὐτά εἶναι ἀρχαῖα λόγια. Ἄς προσπαθήσουμε ὅμως νά διεισδύσουμε πίσω ἀπό τήν ἀρχαία ἐπιφάνεια στό νόημα καί στήν οὐσία τους, ὅπως γύρω στά πενήντα μέ ἑξήντα χρόνια πρίν ἐπιστήμονες ἔμαθαν νά μετακινοῦν τήν ἐπιφανειακή σκόνη καί καπνιά ἀπό τίς παλιές εἰκόνες.

Οἱ πρώην σκοτεινές εἰκόνες (τόσο μάλιστα σκοτεινές, ὥστε ὁ συγγραφέας Βασίλεος Ροζάνοφ νά ὀνομάσει τό βιβλίο του γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Σκοτεινή Εἰκόνα) φωτίστηκαν ξαφνικά και ζωντάνεψαν, ἀκτινοβολώντας τέτοια καταπληκτικά χρώματα, τέτοια χαρά καί φῶς, ὥστε ὅλα ὅσα καταλαβαίναμε πρίν ὄχι μόνο γιά τίς εἰκόνες, ἀλλά καί γιά τούς πνευματικούς τόνους καί ρυθμούς τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἀρχαίας εὐσέβειας, νά ἔχουν ἀλλάξει γιά πάντα. Τό ἴδιο πρέπει νά γινει ὄχι μόνο μέ τίς εἰκόνες, ἀλλά καί μέ ἄλλες θεμελιώδεις ἐκφράσεις τῆς πίστης καί τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐχθροί της θέλουν νά τήν ἐκτοπίσουν στά μουσεῖα, νά πείσουν τούς ἀνθρώπους νά τήν ἐξισώσουν μέ ξεπερασμένες ἰδέες καί ἀντιλήψεις τῆς ἀρχαιότητας, καί νά ἀποδείξουν τήν ἀχρηστία της.

Ἀληθεύει ὅμως αὐτό; Ἄς ἐπανέλθουμε στήν εὐχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου. Ἄς ἀκούσουμε προσεκτικά τήν τόσο ἁπλή ἱκεσία ἑνός ἀνθρώπου πού ἀναγνωρίζει τήν ψευτιά τῆς ζωῆς του καί τοῦ περιεχομένου της: “πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς”. Κατ’ ἀρχάς, “μή μοι δῷς”: προστάτεψέ με, ὑπεράσπισέ με, ἀπελευθέρωσέ με. Ἀπό τί; Ἀπό ἐλαττώματα πού ἐμφανίζονται τόσο κανονικά καί συχνά, ὅπως τό “πνεῦμα ἀργίας”; “ Ὅπως καί νά ’χει, τί εἴδους ὀκνηρία θά μπορούσαμε πιθανῶς νά ἐξομολογηθοῦμε,” λέει κάποιος στή σημερινή κοινωνία, “ὅταν ὅλοι μας εἴμαστε ἐξαντλημένοι ἀπό τή δουλειά, ὅταν ὁ ρυθμός τῆς ζωῆς γίνεται συνέχεια ὅλο καί πιό ταχύς, ὅταν λίγη ὀκνηρία φαίνεται πώς εἶναι ἀκριβῶς ὅ,τι χρειαζόμαστε περισσότερο ἀπ’ ὅλα;” Στήν εὐχή ὅμως αὐτή ἡ λέξη “ἀργία” δέ σημαίνει καθόλου ἀδράνεια ἤ σωματική ἀνάπαυση· πάνω ἀπ’ ὅλα σημαίνει κενό. “Ἀπελευθέρωσέ με ἀπό τό πνεῦμα τῆς κενότητας”. Ἐδῶ μᾶς δείχνεται ἀμέσως ἡ πρώτη τρομερή ἀρρώστια τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος: ἡ κενότητα. Μάλιστα, ἐργαζόμαστε, βιαζόμαστε, τρέχουμε κυριολεκτικά ἀπό τό πρωΐ ὥς τό βράδυ, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ οὐσία, ποιό εἶναι τό νόημα αὐτῆς τῆς βιασύνης καί ματαιότητας; Δέ συμβαίνει κάποιες φορές νά σταματᾶμε ξαφνικά γιά μιά στιγμή, καί τότε στή σιγή πού μᾶς περιτριγυρίζει γίνεται ἀκόμα πιό φανερή ἡ κενότητα καί ἡ ἔλλειψη νοήματος στή ζωή μας; Τά λόγια τοῦ ποιήματος εἶναι τρομακτικά στήν ἀλήθεια καί στήν ἁπλότητά τους: “ Ἡ ζωή ἔφερε μεγάλη ἀναστάτωση καί μετά ἔφυγε”. Αὐτός εἶναι ἴσως καί ὁ λόγος πού κλείνουμε τά αὐτιά μας μέ τή δουλειά, καί ὁ λόγος πού ὁ κόσμος γύρω μας κάνει τόσο πολύ θόρυβο καί φασαρία, ἐπειδή ὅλοι προσπαθοῦν νά κρύψουν αὐτή τήν ἄβυσσο τοῦ κενοῦ ἀπό τούς ἴδιους καί ἀπό τούς ἄλλους. Πρός τί ὅμως αὐτό; Ποῦ ὁδηγεῖ; Γιατί; “ Ἡ ζωή ἔφερε μεγάλη ἀναστάτωση καί μετά ἔφυγε…”. Ἔτσι ἐδῶ, σ’ αὐτή τήν εὐχή, εἰσχωρώντας βαθιά μέσα μας, καί συλλαμβάνοντας μιά φευγαλέα ματιά ἀπό αὐτό τό τόσο βραχύ δῶρο τῆς ζωῆς, ζητᾶμε νά σωθοῦμε καί νά προστατευθοῦμε, νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τή ρίζα κάθε κακοῦ: ἀπό την κενότητα, ἀπό τήν ἔλειψη νοήματος, ἀπό τήν τρομακτική χρεωκοπία τῆς ψυχῆς μέσα στήν ὁποία τόσο συχνά ζοῦμε…
“Πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας…”. Μετά τήν ἀργία και τήν κενότητα, ἀναπόφευκτο ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἀπόγνωση. Γιατί ὅλοι οἱ διδάσκαλοι, ὅλοι οἱ σοφοί ἄνδρες καί γυναῖκες πού ἔχουν θεολογήσει πάνω στή φύση τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος καί τῆς συνείδησης ἀνέκαθεν ἐθεώρησαν τήν ἀπόγνωση ὡς τήν τρομερότερη ἁμαρτία, ὡς τό πλέον δυσθεράπευτο κακό; Τί εἶναι ἡ ἀπόγνωση; Δέν ἔχουμε ὅλοι αἰσθανθεῖ αὐτή τήν παράξενη διάβρωση τῆς ἐνέργειας τῆς ψυχῆς, αὐτή τήν ἀνεξήγητη θλίψη πού ξαφνικά κατέρχεται σέ ὅλα τά πράγματα γύρω μας ἔτσι ὥστε ἀκόμη καί ἡ πλέον λαμπερή ἡλιόλουστη ἡμέρα νά γίνεται ἀχρείαστη, ἄδεια, ἀνώφελη; Λέμε, “αἰσθάνομαι ἀτονία”, καί τό σούρουπο πέφτει στήν ψυχή. Αὐτή εἶναι ἡ ἀπόγνωση. Εἶναι καλό νά μπορέσουμε νά προλάβουμε καί νά στηριχθοῦμε. Εἰδάλλως πνίγουμε ἁπλῶς τήν ἀπόγνωση σέ ὅ,τι διαθέτουμε ἐκείνη τή στιγμή, στή δουλειά, στό ἀλκοόλ, σέ ὁ,τιδήποτε… Ξαναγυρίζει ὅμως, βρίσκεται συνέχεια κάπου τριγύρω, περιμένοντας τήν κατάλληλη στιγμή, ἀπειλώντας κρυμμένη. Ἐπιστρέφει, ἐπειδή στό βαθύτερο καί πιό κρυμμένο μέρος τῆς ψυχῆς μας, παρά τίς προσπάθειες νά τήν κρύψουμε ἀκόμη κι ἀπό τόν ἑαυτό μας, ὁ καθένας μας συνειδητοποιεῖ κατά κάποιο τρόπο τή ματαιότητα μιᾶς ζωῆς πού ἔρχεται ἀντιμέτωπη μέ τό θάνατο. “Συνεχῶς ἀμφισβητοῦμε,” ἔγραφε ὁ ποιητής Χάινριχ Χάινε, “μέχρις ὅτου ἕνας σβῶλος γῆς φράξει τό λαιμό μας· μπορεῖ ὅμως αὐτό νά εἶναι ἡ ἀπάντηση;”  Ὅταν αὐτή ἡ αἴσθηση ἔλθει στήν ἐπιφάνεια μέσα στό θόρυβο και τή ματαιότητα τῆς ζωῆς, τότε τά πάντα γύρω μας φαίνονται δίχως νόημα, μάταια, ἄχρηστα, ἄκαρπα. Ἀπό αὐτή δέ τήν ἐμπειρία προέρχεται ἡ προσευχή: “ἐλευθέρωσέ μας ἀπό τήν ἀπόγνωση”. Αὐτό δέν εἶναι ἀδυναμία, οὔτε φόβος, ὅπως ὑποθέτουν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως· εἶναι ἡ μόνη ἀπάντηση πού ἀξίζει σέ ἀνθρώπους· νά κοιταχθεῖ κατά πρόσωπο ἡ ἀπόγνωση, νά μήν κρυφτεῖ κανείς ἀπ’ αὐτή, ἀλλά νά ἀναζητήσει τούς τρόπους γιά νά τήν ξεπεράσει…
“Πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας…”. Ἡ εὐχή στρέφεται σ’ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, σ’ ἕνα διαφορετικό “κλειδί” γιά τήν ἑρμηνεία τῆς τραγωδίας της. “Φιλαρχία” δέν σημαίνει ἁπλῶς ἀγάπη γιά τήν ἐξουσία καί κυριαρχία πάνω σέ ἄλλους ἀνθρώπους, ἐπειδή σ’ αὐτή τήν ἁπλή καθαρή μορφή ἡ δίψα τῆς ἐξουσίας δέν ἀπαντᾶται ἴσως τόσο συχνά. Ἀλλά μέ μιά ἄλλη βαθύτερη μορφή εἶναι χαρακτηριστικό ὅλων μας καί εἶναι πηγή τρομερῆς ἀδικίας στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ δίψα τῆς ἐξουσίας πρέπει νά συσχετιστεῖ μέ τόν ἄλλο ἄνθρωπο ὡς μέσο καθαυτό, πῶς μπορεῖ δηλ. νά χρησιμοποιηθεῖ ὁ ἄλλος ἄνθρωπος. Μ’ ἄλλα λόγια δίψα γιά ἐξουσία εἶναι ἡ ἐσωτερική ὑποταγή τῶν πάντων σέ μένα, τό κοίταγμά τους ἀπό τήν ἄποψη τῶν δικῶν μου ἀναγκῶν καί συμφερόντων, μέ κέντρο τόν ἑαυτό μου ὡς τή μεγαλύτερη καί μοναδική ἀξία.

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ἐτήσιος ἐκκλησιαστικός κύκλος, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας.

Περί υπακοής

Κάποτε, ενώ καθόμαστε μαζί στην τράπεζα, ο μέγας εκείνος Ηγούμενος έγειρε στο αυτί μου το άγιό του στόμα και μου λέγει: «Θέλεις να σου δείξω θεϊκό φρόνημα μέσα σε βαθύτατο γήρας»; Αφού δε εγώ τον παρεκάλεσα γι΄αυτό, φωνάζει ο δίκαιος κάποιον από το δεύτερο τραπέζι, πού ωνομαζόταν Λαυρέντιος και είχε σαράντα οκτώ περίπου χρόνια στο Μοναστήρι -ήταν μάλιστα και ο δεύτερος κατά σειράν πρεσβύτερος στο ιερατείο της Μονής. Ήλθε λοιπόν ο Λαυρέντιος, έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο και εκείνος του έδωσε την ευλογία του. Αφού όμως σηκώθηκε, δεν του είπε τίποτε απολύτως, αλλά τον άφησε να ίσταται όρθιος εμπρός στο τραπέζι και χωρίς να τρώγη (ενώ ευρισκόμεθα ακόμη στην αρχή του γεύματος). Και έμεινε στην θέσι αυτή όρθιος μία ολόκληρη ώρα, ίσως και δύο, ώστε εγώ έφθασα στο σημείο να εντρέπωμαι και να ατενίσω ακόμη κατά πρόσωπον τον εργάτη αυτόν της αρετής, πού ήταν ολόλευκος γέρων ογδόντα ετών. Περίμενε εκεί, χωρίς να λάβη απάντησι, μέχρι τέλους του φαγητού, οπότε, όταν εμείς σηκωθήκαμε, τον στέλνει ο Όσιος στον μέγα Ισίδωρο, πού ανέφερα ενωρίτερα, να του ειπή την αρχή του τριακοστού ενάτου Ψαλμού, (δηλ.: «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι, και εισήκουσε της δεήσεώς μου»).

Ύστερα από αυτό εγώ σαν πονηρότατος δεν παρέλειψα να εξετάσω και να δοκιμάσω τον γέροντα. Τον ερώτησα λοιπόν, τι σκεπτόταν όλη αυτή την ώρα, όρθιος, εμπρός στο τραπέζι. «Ουδέποτε -μου απήντησε- έβαλα στο νου μου ότι με διατάζει ο Ηγούμενος, αλλ΄ ο Θεός, διότι στο πρόσωπο του Ποιμένος ετοποθέτησα την εικόνα του Χριστού. Διά τούτο, πάτερ Ιωάννη, την ώρα εκείνη προσευχόμουν στον Θεόν, σαν να ευρισκόμουν όχι εμπρός σε τραπέζι ανθρώπων, αλλ΄ ενώπιον του θείου θυσιαστηρίου. Δεν δέχθηκα κανέναν πονηρό λογισμό εναντίον του Ποιμένος, εξ αιτίας της εμπιστοσύνης και της αγάπης πού τρέφω απέναντί του, διότι, όπως έχει λεχθή, «η αγάπη ού λογίζεται το κακόν» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 5). Επί πλέον όμως, γνώριζε και τούτο, πάτερ, ότι αυτός πού θα παραδώση τον εαυτόν του αυτοπροαίρεται στις αρετής της απλότητος και της ακακίας, δεν παραχωρεί πλέον στον πονηρό «χώραν ή ώραν», για να τον βλάψη.

 

Από την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Λόγος Τέταρτος, Περί Ὑπακοής.

Περί υπακοής


Κάποτε, ενώ καθόμαστε μαζί στην τράπεζα, ο μέγας εκείνος Ηγούμενος έγειρε στο αυτί μου το άγιό του στόμα και μου λέγει: «Θέλεις να σου δείξω θεϊκό φρόνημα μέσα σε βαθύτατο γήρας»; Αφού δε εγώ τον παρεκάλεσα γι΄αυτό, φωνάζει ο δίκαιος κάποιον από το δεύτερο τραπέζι, πού ωνομαζόταν Λαυρέντιος και είχε σαράντα οκτώ περίπου χρόνια στο Μοναστήρι -ήταν μάλιστα και ο δεύτερος κατά σειράν πρεσβύτερος στο ιερατείο της Μονής. Ήλθε λοιπόν ο Λαυρέντιος, έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο και εκείνος του έδωσε την ευλογία του. Αφού όμως σηκώθηκε, δεν του είπε τίποτε απολύτως, αλλά τον άφησε να ίσταται όρθιος εμπρός στο τραπέζι και χωρίς να τρώγη (ενώ ευρισκόμεθα ακόμη στην αρχή του γεύματος).
Και έμεινε στην θέσι αυτή όρθιος μία ολόκληρη ώρα, ίσως και δύο, ώστε εγώ έφθασα στο σημείο να εντρέπωμαι και να ατενίσω ακόμη κατά πρόσωπον τον εργάτη αυτόν της αρετής, πού ήταν ολόλευκος γέρων ογδόντα ετών. Περίμενε εκεί, χωρίς να λάβη απάντησι, μέχρι τέλους του φαγητού, οπότε, όταν εμείς σηκωθήκαμε, τον στέλνει ο Όσιος στον μέγα Ισίδωρο, πού ανέφερα ενωρίτερα, να του ειπή την αρχή του τριακοστού ενάτου Ψαλμού, (δηλ.: «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι, και εισήκουσε της δεήσεώς μου»).
Ύστερα από αυτό εγώ σαν πονηρότατος δεν παρέλειψα να εξετάσω και να δοκιμάσω τον γέροντα. Τον ερώτησα λοιπόν, τι σκεπτόταν όλη αυτή την ώρα, όρθιος, εμπρός στο τραπέζι. «Ουδέποτε -μου απήντησε- έβαλα στο νου μου ότι με διατάζει ο Ηγούμενος, αλλ΄ ο Θεός, διότι στο πρόσωπο του Ποιμένος ετοποθέτησα την εικόνα του Χριστού. Διά τούτο, πάτερ Ιωάννη, την ώρα εκείνη προσευχόμουν στον Θεόν, σαν να ευρισκόμουν όχι εμπρός σε τραπέζι ανθρώπων, αλλ΄ ενώπιον του θείου θυσιαστηρίου. Δεν δέχθηκα κανέναν πονηρό λογισμό εναντίον του Ποιμένος, εξ αιτίας της εμπιστοσύνης και της αγάπης πού τρέφω απέναντί του, διότι, όπως έχει λεχθή, «η αγάπη ού λογίζεται το κακόν» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 5). Επί πλέον όμως, γνώριζε και τούτο, πάτερ, ότι αυτός πού θα παραδώση τον εαυτόν του αυτοπροαίρεται στις αρετής της απλότητος και της ακακίας, δεν παραχωρεί πλέον στον πονηρό «χώραν ή ώραν», για να τον βλάψη.

Από την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Λόγος Τέταρτος, Περί Ὑπακοής.