Περί ανεξικακίας

Είπε ο αββάς Ζήνων:
«Εκείνος που θέλει ν’ ακούσει γρήγορα ο Θεός την προσευχή του, μόλις σταθεί όρθιος και υψώσει τα χέρια του για να προσευχηθεί προς το Θεό, πριν απ᾽ όλα και προτού ακόμα ευχηθεί για τη δική του ψυχή, ας προσευχηθεί από τα κατάβαθα της ψυχής του για τους εχθρούς του. Και μ᾽ αυτή του την πράξη, για ότι κι αν παρακαλέσει το Θεό, θα εισακουστεί».


Τά καλά τῆς μοναξιᾶς

Τρεῖς καλοί καί προοδευτικοί ἄνθρωποι γινήκανε φίλοι, κι ἐδιαλέξανε ξεχωριστό τρόπο ζωῆς ὁ καθένας τους. Κι’ ὁ μέν ἕνας, σύμφωνα μέ τό Εὐαγγελικό «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί», ἐπροτίμησε νά συμφιλιώνῃ αὐτούς ποὔχανε διαφορές καί πού φιλονικοῦσαν μεταξύ τους. Ὁ δεύτερος ἐδιάλεξε νά βοηθᾷ καί νά συντρέχῃ τούς ἄρρωστους. Κι’ ὁ τρίτος ἐτράβηξε πρός τήν ἔρημο, γιά νά ζήσῃ ἐκεῖ καί ν’ ἀσκητέψῃ, μαζί μέ τούς ὅσιους Πατέρες.

Διαβάστε περισσότερα »

Ἀγάπη πρός τόν πλησίον


ΕΝΑΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ἔστειλε μιά μέρα στήν πόλι τόν ὑποτακτικό του ν’ ἀνεβάση στή σκήτη μιά καμήλα γιά νά μεταφέρουν τά καλάθια τους στήν ἀγορά.
Ἐπιστρέφοντας, τόν συνήντησε κάποιος ἄλλος Ἐρημίτης, γείτονάς των, καί τοῦ εἶπε·
− Τί κρῖμα νά μή πάρω εἴδησι πώς κατέβαινες στήν πόλι! Θά σοῦ ζητοῦσα νά ἔφερνες μιά καμήλα καί γιά μένα, νά πάω τά πανέρια μου στήν ἀγορά.

Διαβάστε περισσότερα »

Περί εγκρατείας…

Είπε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός:

“Εάν ένας βασιλιάς θελήσει να καταλάβει μια εχθρική πόλη, πρώτα δεσμεύει το νερό και την τροφή. Και έτσι οι εχθροί κινδυνεύοντας να πεθάνουν από την πείνα υποτάσσονται σ΄ αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τα σαρκικά πάθη. Εάν ο άνθρωπος ζήσει με νηστεία και πείνα, οι εχθροί που είναι στην ψυχή του χάνουν τη δύναμή τους”.

Πηγή: Από το Μεγάλο Γεροντικό

Ἀγάπη πρός τόν πλησίον


Ὁ Ὑποτακτικός κάποιου Γέροντος ἔμενε σέ μιά καλύβα δέκα μίλια μακριά ἀπό τή σκήτη. Μιά μέρα θέλησε νά τόν εἰδοποιήση ὁ Γέρων νά ἔλθη νά πάρη τό ψωμί του. Ὕστερα σκέφτηκε: Γιά λίγα ψωμιά νά κάνω τόν Ἀδελφό νά περπατήση δέκα μίλια; Ἄς τοῦ τά πάω μόνος. Ἔβαλε τό ταγάρι στόν ὦμο καί ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σέ μιά πέτρα κι’ ἔκανε τέτοια πληγή στό πόδι, πού ἦταν ἀδύνατον νά σταματήση τό αἷμα. Ἀπό τόν ὑπερβολικό πόνο πού ἔνοιωσε ἄρχισε νά κλαίη. 
– Γιατί κλαῖς, Ἀββᾶ; Ἄκουσε πίσω του μιά γλυκειά φωνή νά τόν ἐρωτᾶ. 
Ἔστρεψε τό κεφάλι καί εἶδε ἕναν ὡραῖο Ἄγγελο. Δέν φοβήθηκε ὅμως, ἀλλά τοῦ ἔδειξε μέ τό δάκτυλο τήν πληγή. 
– Παῦσε νά κλαῖς γι’ αὐτό τό τιποτένιο πρᾶγμα, τόν ἐπρόσταξε ὁ Ἄγγελος. Τά βήματα πού κάνεις γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδελφοῦ τά ἔχω μετρημένα καί θά πάρης τήν ἀμοιβή σου ἀπό τόν Θεόν. 
Ὁ Γέροντας πῆρε θάρρος καί χαρούμενος συνέχισε τό δρόμο του. Ἀπό τότε προθυμοποιήθηκε νά ἐξυπηρετῆ τούς Ἀδελφούς. 
Μιά μέρα πῆρε πάλι ψωμιά νά τά πάη σ’ ἄλλον Ἐρημίτη πού ἔμενε πολύ πιό μακριά. Συνέβη ὅμως νά ἔρχεται κι’ ἐκεῖνος μέ τόν ἴδιο σκοπό καί συναντήθηκαν στό δρόμο. 
– Ἀδελφέ μου, εἶπε πρῶτος ὁ Γέροντας, μέ κόπο ἀπέκτησα ἕνα μικρό θησαυρό καί πρόλαβες ἐσύ νά μοῦ τόν πάρης. 
– Μήπως ἡ στενή πύλη χωράει μόνο ἐσένα, Ἀββᾶ; Κάνε λίγο τόπο νά περάσωμε κι’ ἐμεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀδελφός. 
Ἐνῶ ἔλεγαν αὐτά, ἦλθε πάλι ὁ Ἄγγελος καί τούς εἶπε: 
– Αὐτή ἡ φιλονικία σάν εὐωδιαστό λιβάνι ἀνεβαίνει στόν οὐρανό.
(Ἀπό το Γεροντικό τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη πρώην ἡγουμένης τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Θεοδοσίου, Ἐκδόσεις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ»).

Περί υπακοής

Κάποτε, ενώ καθόμαστε μαζί στην τράπεζα, ο μέγας εκείνος Ηγούμενος έγειρε στο αυτί μου το άγιό του στόμα και μου λέγει: «Θέλεις να σου δείξω θεϊκό φρόνημα μέσα σε βαθύτατο γήρας»; Αφού δε εγώ τον παρεκάλεσα γι΄αυτό, φωνάζει ο δίκαιος κάποιον από το δεύτερο τραπέζι, πού ωνομαζόταν Λαυρέντιος και είχε σαράντα οκτώ περίπου χρόνια στο Μοναστήρι -ήταν μάλιστα και ο δεύτερος κατά σειράν πρεσβύτερος στο ιερατείο της Μονής. Ήλθε λοιπόν ο Λαυρέντιος, έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο και εκείνος του έδωσε την ευλογία του. Αφού όμως σηκώθηκε, δεν του είπε τίποτε απολύτως, αλλά τον άφησε να ίσταται όρθιος εμπρός στο τραπέζι και χωρίς να τρώγη (ενώ ευρισκόμεθα ακόμη στην αρχή του γεύματος). Και έμεινε στην θέσι αυτή όρθιος μία ολόκληρη ώρα, ίσως και δύο, ώστε εγώ έφθασα στο σημείο να εντρέπωμαι και να ατενίσω ακόμη κατά πρόσωπον τον εργάτη αυτόν της αρετής, πού ήταν ολόλευκος γέρων ογδόντα ετών. Περίμενε εκεί, χωρίς να λάβη απάντησι, μέχρι τέλους του φαγητού, οπότε, όταν εμείς σηκωθήκαμε, τον στέλνει ο Όσιος στον μέγα Ισίδωρο, πού ανέφερα ενωρίτερα, να του ειπή την αρχή του τριακοστού ενάτου Ψαλμού, (δηλ.: «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι, και εισήκουσε της δεήσεώς μου»).

Ύστερα από αυτό εγώ σαν πονηρότατος δεν παρέλειψα να εξετάσω και να δοκιμάσω τον γέροντα. Τον ερώτησα λοιπόν, τι σκεπτόταν όλη αυτή την ώρα, όρθιος, εμπρός στο τραπέζι. «Ουδέποτε -μου απήντησε- έβαλα στο νου μου ότι με διατάζει ο Ηγούμενος, αλλ΄ ο Θεός, διότι στο πρόσωπο του Ποιμένος ετοποθέτησα την εικόνα του Χριστού. Διά τούτο, πάτερ Ιωάννη, την ώρα εκείνη προσευχόμουν στον Θεόν, σαν να ευρισκόμουν όχι εμπρός σε τραπέζι ανθρώπων, αλλ΄ ενώπιον του θείου θυσιαστηρίου. Δεν δέχθηκα κανέναν πονηρό λογισμό εναντίον του Ποιμένος, εξ αιτίας της εμπιστοσύνης και της αγάπης πού τρέφω απέναντί του, διότι, όπως έχει λεχθή, «η αγάπη ού λογίζεται το κακόν» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 5). Επί πλέον όμως, γνώριζε και τούτο, πάτερ, ότι αυτός πού θα παραδώση τον εαυτόν του αυτοπροαίρεται στις αρετής της απλότητος και της ακακίας, δεν παραχωρεί πλέον στον πονηρό «χώραν ή ώραν», για να τον βλάψη.

 

Από την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Λόγος Τέταρτος, Περί Ὑπακοής.

Περί υπακοής


Κάποτε, ενώ καθόμαστε μαζί στην τράπεζα, ο μέγας εκείνος Ηγούμενος έγειρε στο αυτί μου το άγιό του στόμα και μου λέγει: «Θέλεις να σου δείξω θεϊκό φρόνημα μέσα σε βαθύτατο γήρας»; Αφού δε εγώ τον παρεκάλεσα γι΄αυτό, φωνάζει ο δίκαιος κάποιον από το δεύτερο τραπέζι, πού ωνομαζόταν Λαυρέντιος και είχε σαράντα οκτώ περίπου χρόνια στο Μοναστήρι -ήταν μάλιστα και ο δεύτερος κατά σειράν πρεσβύτερος στο ιερατείο της Μονής. Ήλθε λοιπόν ο Λαυρέντιος, έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο και εκείνος του έδωσε την ευλογία του. Αφού όμως σηκώθηκε, δεν του είπε τίποτε απολύτως, αλλά τον άφησε να ίσταται όρθιος εμπρός στο τραπέζι και χωρίς να τρώγη (ενώ ευρισκόμεθα ακόμη στην αρχή του γεύματος).
Και έμεινε στην θέσι αυτή όρθιος μία ολόκληρη ώρα, ίσως και δύο, ώστε εγώ έφθασα στο σημείο να εντρέπωμαι και να ατενίσω ακόμη κατά πρόσωπον τον εργάτη αυτόν της αρετής, πού ήταν ολόλευκος γέρων ογδόντα ετών. Περίμενε εκεί, χωρίς να λάβη απάντησι, μέχρι τέλους του φαγητού, οπότε, όταν εμείς σηκωθήκαμε, τον στέλνει ο Όσιος στον μέγα Ισίδωρο, πού ανέφερα ενωρίτερα, να του ειπή την αρχή του τριακοστού ενάτου Ψαλμού, (δηλ.: «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι, και εισήκουσε της δεήσεώς μου»).
Ύστερα από αυτό εγώ σαν πονηρότατος δεν παρέλειψα να εξετάσω και να δοκιμάσω τον γέροντα. Τον ερώτησα λοιπόν, τι σκεπτόταν όλη αυτή την ώρα, όρθιος, εμπρός στο τραπέζι. «Ουδέποτε -μου απήντησε- έβαλα στο νου μου ότι με διατάζει ο Ηγούμενος, αλλ΄ ο Θεός, διότι στο πρόσωπο του Ποιμένος ετοποθέτησα την εικόνα του Χριστού. Διά τούτο, πάτερ Ιωάννη, την ώρα εκείνη προσευχόμουν στον Θεόν, σαν να ευρισκόμουν όχι εμπρός σε τραπέζι ανθρώπων, αλλ΄ ενώπιον του θείου θυσιαστηρίου. Δεν δέχθηκα κανέναν πονηρό λογισμό εναντίον του Ποιμένος, εξ αιτίας της εμπιστοσύνης και της αγάπης πού τρέφω απέναντί του, διότι, όπως έχει λεχθή, «η αγάπη ού λογίζεται το κακόν» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 5). Επί πλέον όμως, γνώριζε και τούτο, πάτερ, ότι αυτός πού θα παραδώση τον εαυτόν του αυτοπροαίρεται στις αρετής της απλότητος και της ακακίας, δεν παραχωρεί πλέον στον πονηρό «χώραν ή ώραν», για να τον βλάψη.

Από την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Λόγος Τέταρτος, Περί Ὑπακοής.