Η μητέρα του έδειξε το δρόμο της σωτηρίας


Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.
Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
– Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
– Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
– Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
– Να αυτή!
– Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε.
Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.
Δημητρίου Ντούτκο, ιερέως, από το βιβλίο του (Στό σταυροδρόμι), Μόσχα 1994
Advertisements

Οἱ δώδεκα μῆνες

ΜΙΑ ΦΟΡΑ κ’ ἕναν καιρό μιά χήρα γυναῖκα καί πολύ φτωχιά εἶχε πέντε παιδιά κ’ ἦταν τόσο φτωχιά, πού δέν εἶχε στόν ἥλιο μοῖρα. Καί δέν εὕρισκε καί δουλειά γιά νά δουλέψῃ, μόνο μιά φορά τήν ἑβδομάδα τήν φώναζε μιά ἀρχόντισσα γειτόνισσά της, καί τῆς ζύμωνε τό ψωμί της καί δέν τῆς ἔδινε γά τόν κόπο της μηδεκάν ἕνα γωνιάδι ψωμί νά πάῃ στά παιδιά της νά φᾶνε· μόν’ ἔφευγε ἡ καημένη μέ τά ζυμάρια στά χέρια κ’ ἐρχότανε στό σπίτι της κ’ ἐκεῖ τά ἔπλυνε μέ παστρικό νερό καί κεῖνο τό νερό τό ἔβραζε καί γινόταν κομμάτι σάν χυλός καί τρώγανε τά παιδιά της. Καί μ’ αὐτόν τό χυλό ἦταν ὅλη τήν ἑβδομάδα χορτᾶτα, ὅσο νά ξαναζυμώσῃ πάλι ἡ μάννα τους στήν ἀρχόντισσα καί νά ’ρθῃ πάλι ἡ μάννα τους μέ τἄνιφτα τά χέρια καί νά τούς κάνῃ πάλι χυλό.
Καί τά παιδιά τῆς ἀρχόντισσας μέ τόσα καί τόσα φαγιά, πολλά καί παχιά, καί μέ τό ἀφρᾶτο τό ψωμί δέ θρεβότανε, μόν’ ἤτανε σάν τσίροι. Τά παιδιά ὅμως τῆς φτωχιᾶς θρεβότανε καί παχαίνανε καί ἤτανε σάν μπαρμπουνάκια. Καί σάστιζε κ’ ἡ ἀρχόντισσα καί τό κανε κουβέντα στίς φιλενάδες της  κ’ οἱ φιλενάδες της τῆς εἶπαν: 
― Θρέβονται καί παχαίνουν τά παιδιά τῆς φτωχιᾶς, γιατί παίρνει τήν τύχη τῶν παιδιῶν σου στά χέρια της καί τήν πηγαίνει στά δικά της τά παιδιά. Γι’ αὐτό κεῖνα παχαίνουν καί τά δικά σου ξεπέφτουν καί χαλοῦν.
Τό πίστεψεν ἡ ἀρχότισσα καί, ὅταν ἦρθε ἡ μέρα γιά νά ζυμώσῃ πάλι, δέν τήν ἄφησε τή φτωχιά νά φύγῃ μέ ἄνιφτα χέρια, μόνο τήν ἔβαλε καί νίφτηκε καλά καλά, γιά ν’ ἀπομείνῃ ἡ τύχη μέσ’ στό σπίτι της. Κ’ ἡ φτωχιά ἦρθε στό σπίτι της μέ τά δάκρυα στά μάτια.
Τά παιδιά της, ἅμα τήν εἶδαν καί δέν εἶχαν τά χέρια της ζυμάρια, ἀρχίσανε νά κλαῖνε. Κι ἀπό ἕνα μέρος κλαίγανε τά παιδιά κι ἀπό τἄλλο ἡ μάννα. Τέλος αὐτή σά μεγάλη ἔκανε σίδερο τήν καρδιά της καί μέρωσε καί εἶπε στά παιδιά της:
― Μερῶστε, παιδιά μου, καί μήν κλαῖτε καί θά σᾶς βρῶ κανένα κομμάτι ψωμί νά σᾶς φέρω.
Καί πῆγε ἀπό πόρτα σέ πόρτα καί τρόμαξε νά βρῇ νά τῆς δώσουν ἕνα ξερογώνιαδο καί τό μούσκεψε καλά καλά μέ τό νερό καί τό μοίρασε στά παιδιά της, κι ἀφοῦ φάγανε, τά ἔβαλε καί πλαγιάσανε καί κοιμηθήκανε. Κι αὐτή ἀπάνω τά μεσάνυχτα παίρνει τά μάτια της καί φεύγει, γιά νά μήν ἰδῇ τά παιδιά της νά πεθαίνουν ἀπό τήν πεῖνα.
Κεῖ πού πήγαινε στήν ἔρημο τή νύχτα, βλέπει σ’ ἕνα ψήλωμα ἕνα φέξος καί πήγαινε πάνω σ’ αὐτό. Κι ὅταν πῆγε κοντά, εἶδε πώς ἦταν τέντα καί στή μέση τῆς τέντας κρεμότανε ἕνας μεγάλος πολυέλεος μέ δώδεκα λαμπάδες κι ἀποκάτω ἀπό τόν πολυέλεο κρεμότανε ἕνα πρᾶμα στρογγυλό σάν τόπι. Μπῆκε μέσα στήν τέντα ἐκείνη, κ’ εἶδε καί καθότανε δώδεκα παλληκάρια καί μιλούσανε γιά μιάν ὑπόθεση πῶς πρέπει νά τήν κάμουν.
Ἡ τέντα ἦταν στρογγυλή καί στό ἔμπασμα τῆς τέντας ἀπό δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κ’ εἶχαν τά στήθια τους ἀνοιχτά καί στά χέρια τους βαστοῦσαν τρυφερά χορτάρια κι ἄνθια ἀπό τά δέντρα.
Παρακάτω ἀπό αὐτά τά παλληκάρια καθότανε ἄλλα τρία κ’ ἦταν ἀνασκουμπωμένα ὡς τούς ἀγκῶνες καί χωρίς ἐπανωφόρι καί βαστοῦσαν στά χέρια τους στάχυα ξερά.
Παρακάτω καθότανε ἄλλα τρία παλληκάρια καί βαστούσανε στό χέρι τους ἀπό ἕνα τσαμπί σταφύλι.
Παρακάτω καθότανε καί ἄλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα καί φοροῦσαν ἀπό μιά γούνα μακριά ἀπό τό λαιμό ὡς κάτω ἀπό τά γόνατα.
Ἅμα τήν εἶδαν τά παλληκάρια τή γυναῖκα, εἶπαν:
Καλῶς τή θείτσα, κάθησε.
Κ’ ἡ γυναῖκα, ἀφοῦ τα χαιρέτησε, κάθησε. Κι ἀφοῦ κάθησε τή ρωτήσανε πῶς ἦταν καί πῆγε σέ κεῖνα τά μέρη. Κ’ ἡ καημένη ἡ χήρα ἀφηγήθηκε τήν κατάστασή της καί τά βασανά της κ’ ἐπειδή τά παλληκάρια καταλάβανε πώς πεινᾷ ἡ φτωχιά, σηκώθηκεν ἕνας ἀπό κείνους πού φοροῦσαν τίς γοῦνες καί τῆς ἔβαλε τραπέζι κ’ ἔφαγε· κ’ εἶδε πώς ἦταν κουτσός.
Ἀφοῦ ἔφαγεν ἡ γυναῖκα καί χόρτασε, ἀρχίσαν τά παλληκάρια νά τή ρωτοῦν γιά λογῆς λογῆς πράματα τῆς χώρας κ’ ἡ γυναῖκα ἀποκρινότανε ὅ,τι ἤξερε. Στά ὑστερνά τῆς λένε τά τρία τά παλληκάρια, πού εἶχαν τά στήθια τους ἀνοιχτά: 
― Ἔ! Θείτσα, πῶς περνᾶτε μέ τούς μῆνες τοῦ χρόνου; Πῶς σᾶς φαίνεται ὁ Μάρτης, ὁ Ἀπρίλης κι ὁ Μάης;
― Καλά περνοῦμε, παιδιά μου, ἀποκρίθηκεν ἡ χήρα, καί μάλιστα, ἀφοῦ ἔρθουν αὐτοί οἱ μῆνες, πρασινίζουν τά βουνά κ’ οἱ κάμποι καί στολίζεται ἡ γῆς μέ λογιῶν τῶν λογιῶν λουλούδια καί βγαίνει μιά μοσκοβολάδα, πού ἀνασταίνεται ὁ ἄνθωπος. Ἀρχίζουν καί κελαηδοῦν ὅλα τά πουλιά. Βλέπουν οἱ ζευγῖτες τά χωράφια τους πράσινα καί χαίρεται ἡ καρδιά τους κ’ ἑτοιμάζουν τίς ἀποθῆκες τους. Ὥστε δέν ἔχουμε τίποτα νά παραπονεθοῦμε γιά τό Μάρτ’, Ἀπρίλη καί Μάη, γιατί ρίχνει ὁ Θεός φωτιά καί μᾶς καίει γιά τήν ἀχαριστιά μας.
Ὕστερα τῆς εἶπαν καί τά ἄλλα τά τρία παλληκάρια, πού ἦταν ἀνασκουμπωμένα καί βαστοῦσαν στάχυα:
Ἔμ, ὁ Θεριστής, ὁ Ἀλωνιστής κι ὁ Αὔγουστος πῶς σᾶς φαίνονται;
Κ’ ἡ φτωχιά ἀποκρίθηκε:
― Καί γι’ αὐτούς τούς μῆνες δέν ἔχουμε τίποτα νά παραπονεθοῦμε, γιατί μέ τή ζέστα πού κάνουν, ὡριμάζουν τά γεννήματα καί ὅλα τά ὀπωρικά. Τότε θερίζουν οἱ ζευγῖτες τά σπαρτά τους κ’ οἱ περιβολαρέοι συμμαζεύουν τά ὀπωρικά τους. Καί μάλιστα οἱ φτωχοί πολύ εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπ’ αὐτούς τούς μῆνες, γιατί δέν χρειάζονται πολλά καί ἀκριβά ροῦχα.
Ὕστερα τή ρωτήσανε τἄλλα τά τρία τά παλληκάρια, πού βαστοῦσαν τά σταφύλια:
― Μέ τούς μῆνες Σεπτέμβρη, Ὀκτώβρη καί Νοέμβρη πῶς τά πᾶτε;
― Αὐτούς τού μῆνες, ἀποκρίθηκεν ἡ γυναῖκα, μαζεύουν οἱ ἄνθρωποι τά σταφύλια καί τά κάνουν κρασί. Κι ἀλλιῶς ἔχουν αὐτό τό καλό πού μᾶς δίνουν εἴδηση πώς ἔρχεται ὁ χειμώνας καί φροντίζουν οἱ ἄνθρωποι γιά ξύλα, γιά κάρβουνα γιά βαριά φορέματα, γιά νά ζεσταίνωνται.
Ὕστερα τή ρωτήσανε καί τά παλληκάρια, πού εἶχαν τίς γοῦνες:
―Ἔμ, μέ τούς μῆνες Δεκέμβρη, Γενάρη καί Φλεβάρη πῶς περνᾶτε;
― Ἄ! αὐτοί οἱ μῆνες πολύ μᾶς ἀγαποῦν, εἶπεν ἡ φτωχιά, κ’ ἐμεῖς πολύ τούς ἀγαποῦμε. Μά θά ρωτήσετε γιατί; Νά γιατί! Ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι εἶναι φυσικά ἀχόρταγοι καί θέλουν νά δουλεύουν χρονικίς, γιά νά κερδαίνουν πολλά, ἔρχονται αὐτοί οἱ μῆνες τοῦ χειμώνα καί μᾶς περιμαζώνουν τριγύρω στή γωνιά καί μᾶς ξεκουράζουν ἀπ’ τίς δουλειές τοῦ καλοκαιριοῦ. Τούς ἀγαποῦν κ’ οἱ ἄνθρωποι, γιατί μέ τίς βροχές τους καί μέ τά χιόνια τους μεγαλώνουν ὅλα τά σπαρτά καί ὅλα τά χορτάρια. Ὥστε, παιδιά μου, ὅλ’ οἱ μῆνες καλοί κι ἄξιοι εἶναι καί κάνουν κάθε ἕνας τή δουλειά, πού τόν πρόσταξεν ὁ Θεός. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δέν εἴμαστε καλοί.
Τότε τά ἕντεκα τά παλληκάρια γνέψανε στό πρῶτο ἀπό κείνους πού βαστοῦσαν τά σταφύλια καί βγῆκαν ὄξω καί σέ λίγο ἦρθε πάλι μέσα καί βαστοῦσε στά χέρια τους μιά λαγήνα ταπωμένη καί τήν ἔδωκε στή γυναῖκα καί τῆς εἶπαν:
― Ἄϊντε τώρα, θείτσα, πάρε αὐτήν τή λαγήνα καί πήγαινε στό σπίτι σου νά ζήσῃς τά παιδιά σου.
― Πολλά τά ἔτη σας, παιδιά μου.
― Ὥρα καλή σου, θείτσα, τῆς ἀποκρίθηκαν κ’ ἔφυγε.
Καί ἴσια τήν ὥρα πού χάραξε, ἦρθε κι αὐτή στό σπίτι της κ’ ηὗρε τά παιδιά της ἀκόμα καί κοιμώτανε. Κι ἄπλωσε ἕνα σεντόνι κι ἄδειασε τή λαγήνα κ’ εἶδε πώς ἦταν γεμάτη φλουριά καί κόντεψε νά τά χάσῃ ἀπ’ τή χαρά της.
Ἀφοῦ ἔφεξε καλά, πῆγε στό φοῦρνο τῆς ἀγορᾶς κι ἀγόρασε πέντ’ ἕξι ψωμιά καί καμιάν ὀκά τυρί καί ξύπνησε τά παιδιά της, τά ἔνιψε, τά συγύρισε, τά βαλε κ’ εἶπαν τήν προσευχή τους κ’  ὕστερα τούς ἔδωσε ψωμί καί τυρί καί φάγανε τά καημένα καί χορτάσανε καλά.
Ὕστερα ἀγόρασε ἕνα κοιλό σιτάρι καί τό πῆγε στό μύλο καί τό ἄλεσε, τό ζύμωσε καί πῆγε τά ψωμιά στό φοῦρνο καί ψηθήκανε.
Καί τήν ὥρα πού γύριζε ἀπ’ τό φοῦρνο μέ τήν πινακωτή τά ψωμιά στόν ὦμο καί πήγαινε στό σπίτι της, τήν εἶδεν ἡ ἀρχόντισσα κ’ ὑποψιάστηκε πώς κάτι τί τῆς ἔτυχε κ’ ἔτρεξε καταπόδι της, γιά νά μάθῃ ποῦ ηὗρε τἀλεύρι καί ζύμωσε. Ἡ ἀγαθή ἡ φτωχιά εἶπεν ὅλη τήν ἀλήθεια.
Ζήλεψε ἡ ἀρχόντισσα κ’ ἔβαλε στό νοῦ της νά πάῃ καί κείνη σέ κεῖνα τά παλληκάρια.
Τή νύχτα λοιπόν, ἀφοῦ ἀποκοίμησε τόν ἄντρα της καί τά παιδιά της, βγῆκε ἀπ’ τό σπίτι της καί πῆρε τό δρόμο καί πάει κ’ ηὗρε τήν τέντα, πού ἤτανε οἱ δώδεκα μῆνες, καί τούς χαιρέτησε. Κι αὐτοί τῆς εἶπαν:
― Καλῶς τήν κοκώνα, πῶς ἦταν καί καταδέχτηκες καί μᾶς ἦρθες;
― Εἶμαι φτωχιά, ἀποκρίθηκε, κ’ ἦρθα νά μέ βοηθήσετε.
― Πολύ καλά, εἶπαν· πεινᾶς; θέλεις νά φᾶς;
― Ὄχι, σᾶς εὐχαριστῶν, εἶμα χορτάτη.
― Πολύ καλά, εἶπαν τά παλληκάρια, καί πῶς περνᾶτε στή χώρα;
― Μή χειρότερα, ἀποκρίνεται.
― Ἔμ, πῶς περνᾶτε μέ τούς μῆνες; ξαναρωτήσανε.
― Πῶς νά περάσουμε, ἀποκρίθηκε ἐκείνη. Ὁ κάθε ἕνας τους ἔχει καί τήν ὀργή του. Ἐνῷ ἀπ’ τόν Αὔγουστο εἴμαστε συνηθισμένοι στή ζέστα, ἔρχεται μάνι – μάνι ὁ Σεπτέμβρης, ὁ Ὀκτώβρης κι ὁ Νοέμβρης καί μᾶς κρυώνουν καί ἄλλον τόν πιάνει παροξυσμός καί ἄλλος πουντιάζει. Ὕστερα μπαίνουν οἱ χειμωνιάτικοι οἱ μῆνες Δεκέμβρης, Γενάρης καί Φλεβάρης καί μᾶς παγώνουν καί γεμίζουν οἱ δρόμοι χιόνια καί δέ μποροῦμε νά βγοῦμε ὄξω καί μάλιστα κεῖνος ὁ Κουτσοφλέβαρος!… (Τάκούει ὁ καημένος ὁ Φλεβάρης). Ἀμ’ κεῖνοι πάλι οἱ ξεμωραμένοι μῆνες, Μάρτης, Ἀπρίλης καί Μάης! Δέν τό νοιώθουν πώς εἶναι καλοκαιρινοί μῆνες, μόν’ θέλουν νά κάνουν κι αὐτοί σάν τούς χειμωνιάτικους, ὥστε αὐτοί καταντοῦν τόν χειμῶνα ἐννιά μῆνες. Καί δέν μποροῦμε νά βγοῦμε ὄξω τήν Πρωτομαγιά νά πιοῦμε τόν καφέ μέ τό γάλα καί νά κυλιστοῦμε στά χροτάρια. Ὕστερα ἔρχονται οἱ μῆνες Θεριστής, Ἁλωνιστής καί Αὔγουστος. Αὐτοί πάλι ἔχουν μανία νά μᾶς πνίγουν στόν ἵδρωτα μέ τή ζέστα πού κάνουν. Καί μάλιστα ἀπ’ τή ζέστα τοῦ Δεκαπενταύγουστου μᾶς πιάνει παροξυσμός καί ἔρχονται κ’ οἱ δρίμες καί μας χαλνοῦν τἀσπρόρουχα στίς ἁπλωστεριές. Τί νά σᾶς πῶ, παλληκάρια. Περνοῦμε μέ τούς μῆνες (πού νά μή λαχαίνει κατάρα) μιά ζωή ξεσκισμένη.
Δέν εἶπαν τίποτα τά παλληκάρια, μόν’ γνέψανε κεῖνον, πού καθότανε στή μέση κεινῶν πού ἤτανε ἀνασκουμπωμένοι καί βαστοῦσαν στάχυα. Κι αὐτός σηκώθηκε κ’ ἔφερεν ἕνα λαγήνι ταπωμένο καί τόδωσε στή γυναῖκα καί τῆς εἶπε:
― Πάρε αὐτό τό λαγήνι, κι ὅταν θά πᾶς στό σπίτι σου νά σφαλιστῇς μόν’ μονάχη σ’ ἕνα δωμάτιο καί νά τ’ ἀδειάσῃς. Στό δρόμο μήν τύχῃ καί τ’ ἀνίξῃς.
― Ὄχι, δέν τἀνοίγω, εἶπε καί ἔφυγε ἡ γυναῖκα καί ἦρθε μέ τή χαρά στό σπίτι, προτοῦ ἀκόμα ξημερώσῃ.
Καί σφαλίστηκε σ’ ἕνα δωμάτιο ὁλομόναχη καί ἅπλωσε ἕνα σεντόνι καί ξετάπωσε τό λαγήνι καί τό ἄδειασε. καί τί ν’ ἀδειάσῃ; Ὅλο πέτρες! Γιατί μόνο κατηγόριες εἶχε νά πεῖ γιά τούς μῆνες. Ἡ φτωχιά ὅμως μέ τήν ἀγαθή της τήν καρδιά καί μέ τήν γλυκειά της τή γλώσσα ἀρχόντυνε καί γίνηκε μεγάλη κοκώνα καί πρόκοψε καί τά παιδιά της.
Λαϊκό Παραμύθι

Η Ελιά


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά.
Κάθε μέρα η Ελιά γύριζε τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και δυστυχισμένος και γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη.
Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν. Κι από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε. Βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ.
Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, την έπλυνε, την ταΐσε. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον παράλυτο γέρο με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει αέρα και ήλιο.
Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όλο δούλευε, όσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν.

– Τι να κάνω, τι να κάνω. Δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία.  Το σπουργίτι που την είδε τόσο στενοχωρημένη – και που την αγαπούσε γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα – δεν άντεξε και πέταξε βαθιά στο δάσος.
Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:
– Τρέξε, καλή νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.

Η καλή νεράιδα ανήσυχη έτρεξε στην αυλή της Ελιάς και τη ρώτησε:
– Τι έχεις, Ελιά μου, κι είσαι τόσο λυπημένη;
– Αχ, καλή μου νεράιδα. Δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια και δυστυχία γύρω μου.
– Και τι θέλεις, δηλαδή;
– θέλω να τους γίνω χρήσιμη, θέλω να τους προσφέρω κάτι πολύτιμο που να τους δώσει ζωή και χαρά.

-Το θέλεις αλήθεια τόσο πολύ;
– Και βέβαια το θέλω, δε βλέπεις πως έλιωσα από τη στενοχώρια μου;
– Τότε σταμάτησε να στενοχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις. Και τσουπ! την άγγιξε με το ραβδάκι της κι αμέσως η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα, λουλουδάκια άσπρα, που έγιναν ελιές πράσινες, μωβ, μαύρες. 
Έπεσαν στη γη, τα κουκούτσια φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν ένα μεγάλο ελαιώνα.

Ήρθαν οι γείτονες, μάζεψαν τις ελιές, έβγαλαν λάδι, έφαγαν, χόρτασαν, ρόδισαν τα μαγουλά τους, ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν και να ζουν ευτυχισμένοι.
Για να ευχαριστήσουν την ελιά και να της δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι τους, το έβαλαν στο καντήλι, για να θυμίζουν στην Παναγιά και στο Χριστό, την καλοσύνη της ελιάς και την αγάπη της για τον κόσμο.
Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε. Κι ο Χριστός κάτω απ’ την ελιά ήρθε και ξεκουράστηκε.
Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση στον ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονται οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να ‘ναι γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί, και να φωτίζονται απ’ τις καντήλες όλες οι εκκλησιές.

Εὐλογημένον τό ἐρχόμενον…


  ῾Η κ. Σοφία καί ὁ κ. Γιάννης ἦταν ἕνα ὑποδειγματικό ζευγάρι καί καλοί γονεῖς. ᾿Εκείνη ἀφοσιωμένη στά καθήκοντά της τά οἰκογενειακά καί ὁ σύζυγός της ἄφηνε τήν καλύτερη ἐντύπωσι στήν κοινωνία τοῦ χωριοῦ καί στήν ὑπηρεσία του. ᾿Εργαζόταν ὡς ὑπεύθυνος τμήματος ἑνός ἐργοστασίου τῆς περιοχῆς. Τά δυό παιδιά τους, ἡ Εὐανθία καί ἡ Ζωή, στό Γυμνάσιο ἡ πρώτη καί στήν Στ΄ Δημοτικοῦ ἡ δεύτερη, ξεχώριζαν μέσα στό Σχολεῖο. Καί γιά τήν ἐπιμέλειά τους, κυρίως ὅμως γιά τό ἦθος τους, στό ὁποῖο ἔκδηλη φαινόταν ἡ φροντίδα τῶν γονέων καί εἰδικώτερα ἡ σφραγίδα τῆς μητέρας.
Τήν Κυριακή ἐκκλησιαζόταν ὅλοι μαζί καί ἦταν νά τούς καμαρώνη κανείς, ἔτσι καθώς προσηλωνόταν στήν θεία Λειτουργία.
Τί καλό ζευγάρι! τί καλά παιδιά, ἔλεγαν καλοδιάθετα ὅλοι.
–  Τόσο καλά παιδιά πού ἔχετε, κάντε κι’ ἕνα τρίτο, εἶπε στήν κ. Σοφία ἡ γειτόνισσα.
– Φθάνουν τά δύο, κ. ᾿Ανθή. Μ’ ἕναν μισθό εἴμαστε, μέ ἐνοίκιο στό σπίτι καί τόσα ἄλλα. Βλέπεις, εἴμαστε ξένοι, ὅλα τ’ ἀγοράζουμε.
– ῎Εχει ὁ Θεός γιά ὅλους. Κάθε παιδί πού γεννιέται κολυμπάει μέσα στήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κι’ ἔχει μερίδιο στ’ ἀγαθά Του.
– Σωστά, μά τά παιδιά μεγάλωσαν τώρα… Ποιός ἀρχίζει πάλι ἀπ’ τήν ἀρχή… Δέν θέλω ἄλλο…
– ῎Αχ, παιδάκι μου, τά παιδιά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ καί πάντα καλόδεχτα πρέπει νἆναι…
*  *  *
Πέρασαν μῆνες. ῾Ο χειμώνας ἔφυγε μέ τά κρῦα καί τούς βοριάδες καί ἡ ἄνοιξις ξύπνησε ὅλη τήν πλάσι. Στόλισε τίς πλαγιές μέ πολύχρωμες ὀμορφιές καί γέμισε μῦρα τήν ἀτμόσφαιρα. Πλησίαζε τό Πάσχα πού βραδυπορώντας φέτο πάτησε στό κατώφλι τοῦ Μάη τήν πρώτη του μέρα. ῞Ολα ντυμένα στά γιορτινά τους πρόσμεναν τήν Λαμπρή.
Τά χελιδόνια μέ σπουδή κλωσσοῦσαν τ’ αὐγουλάκια τους στίς φωλιές τους καί οἱ πελαργοί κροτάλιζαν ἀπ’ τά ψηλά τήν χαρά τους, καθώς πρόσμεναν νά σπάσουν τά κελύφη τῶν αὐγῶν τους καί νά προβάλη ἡ καινούργια ζωή, οἱ νεοσσοί τους «καλοί λίαν» ὅπως ὥρισε ὁ Δημιουργός τους.
Τότε ἔνοιωσε καί ἡ κ. Σοφία νά ἀναδεύη μιά καινούργια ζωή στά σπλάχνα της. Καί αὐτή ἡ αἴσθησις σάν θλιβερή μουσική ὑπόκρουσις συνώδευε τίς σκέψεις της, τήν κάθε στιγμή της, ὑπερνικώντας τήν χαρά τῶν ἡμερῶν. ᾿Αγωνία καί ἀθυμία μαζί κατέκλυσαν τήν ψυχή της. Μά δέν εἶπε τίποτε. «Νά συγκρατηθῶ, νά περάσουν οἱ γιορτερές μέρες καί βλέπουμε», σκεφτόταν.
Μέ τήν πρώτη εὐκαιρία ἐξέφρασε τήν ὑπόνοιά της στόν σύζυγό της.
– Πρῶτα νά βεβαιωθοῦμε, εἶπε δειλά ἐκεῖνος, βλέποντάς την ἀναστατωμένη.
Σάν πέρασε ἡ Διακαινήσιμος, τήν ἄλλη μέρα, ξεπροβόδισαν τά παιδιά στό σχολεῖο καί οἱ δυό τους ἐπισκέφθηκαν τόν γιατρό στήν κοντινή πόλι.
– Μέσα σας πάλλει μιά καινούργια ζωή, εἶπε στήν κ. Σοφία. Εἶσθε στόν 2ο μῆνα τῆς κυήσεως. ῎Εχετε ἄλλα παιδιά;
–῎Αλλα δύο, γιατρέ… Καί δέν ἤθελα τρίτο… ψέλλισε καί ἀπ’ τά μάτια της ἀνάβρυσαν δάκρυα.
– Γιατί, κυρία μου; Σᾶς φαίνεται πολύ τό τρίτο παιδί; Στήν ἐποχή μας εἶναι λίγα τρία παιδιά. Ποῦ ξέρουμε τί ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή στόν καθένα μας, σέ μᾶς καί στά παιδιά μας;
– Τά παιδιά δέν εἶναι μόνο κόπος καί φροντίδα… Εἶναι κυρίως δαπάνη… καί μ’ ἕναν μισθό… εἶναι πρόβλημα…
– Τά παιδιά εἶναι καί εὐλογία. Ποῦ ξέρετε μέ τί χαρίσματα θἆναι προικισμένο αὐτό τό παιδί, καί ποῦ ξέρετε ἄν δέν σταθῆ αὐτό ἡ βακτηρία τῶν γηρατειῶν σας; Νἄχετε ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ κι’ ὅλα καλά θά πᾶνε.
– Σάν πνευματικός μιλήσατε…
– Μίλησα σάν πατέρας καί σάν γιατρός, ταγμένος νά ὑπηρετῶ τήν ζωή.
– Πόσα παιδιά ἔχετε, γιατρέ;
– Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, πέντε.
῾Η κ. Σοφία δέν μίλησε. ῎Ενευσε τό «χαίρετε» καί σιωπηλή προχώρησε πρός τήν πόρτα.
῾Ο κ. Γιάννης ἔσφιξε τό χέρι τοῦ γιατροῦ, εὐχαριστώντας τον.
Ταξίδεψαν σιωπηλοί στό χωριό τους. 
Τά παιδιά γύρισαν χαρούμενα ἀπό τό σχολεῖο καί γέμισε τό σπίτι μέ τήν παρουσία τους.
– Μαμά, γράψαμε διαγώνισμα, στήν Φυσική, φώναξε χαρούμενη ἠ Εὐανθία.
– Καλά, παιδί μου.
– Μαμά, σάν κάτι νά σ’ ἀπασχολῆ. Τί συμβαίνει;
– Νοιώθω λίγο κουρασμένη, αὐτό εἶναι ὅλο.
Τήν ἄλλη μέρα ζήτησε νά δῆ τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας τους, πού ἦταν καί ὁ πνευματικός, στό ἐπιτραχῆλι τοῦ ὁποίου ἀπόθετε τούς προβληματισμούς καί τά ἁμαρτήματά της.
῞Οταν μπῆκε στό Γραφεῖο του, δίπλα στόν ναό, ὁ π. Γεώργιος ἀνησύχησε βλέποντάς την ταραγμένη.
– Εἶναι, λοιπόν, τόσο σοβαρό τό πρόβλημα; Τί συμβαίνει;
– Πολύ σοβαρό. Καί τοῦ ἐξιστόρησε τό γεγονός.
– Μά αὐτό εἶναι εὐχάριστο! Χαρά καί εὐλογία! «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!
– Θά προτιμοῦσα νά μήν ἐρχόταν, πάτερ… δέν μπορῶ ἀκόμη νά τό ἀποδεχθῶ.
– Μήπως σοῦ πέρασε ἡ σκέψις νά ἀπαλλαγῆς;
– Μέ στεναχωρεῖ ἡ ὕπαρξίς του, μά δέν θά τό ἐπέτρεπα ποτέ στόν ἑαυτό μου τέτοιο πράγμα.
– Σωστά, παιδί μου, γιατί ξέρεις εἶναι «φόνος ἐκ προμελέτης»· ἔγκλημα πού τό διαπράττουν δυστυχῶς οἱ φυσικοί προστάται τοῦ ἀδυνάμου νά αὐτοπροστατευθῆ ἐμβρύου. ῎Εγκλημα ἀποτρόπαιο, κι’ ἄς κλείνη θεληματικά τά μάτια του ὁ νόμος τῶν ἀνθρώπων. Δέν κολάζεται στήν γῆ, μά ποιός θά ξεφύγη ἀπό τήν δικαία κρίσι τοῦ Θεοῦ; Οὐδείς!
᾿Ηρέμησε, κ. Σοφία.
 ῾Ο Θεός πού ἔδωσε αὐτήν τήν ζωή μέσα σου θά μεριμνήση καί γι’ αὐτήν. Εἶναι δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δέξου το μέ χαρά. Γιατί δέν φθάνει νά συμβιβασθῆς, πρέπει νά τό ἀγαπήσης. Γιατί καί μέσα στά σπλάχνα σου τό ἀνεπιθύμητο παιδί αἰσθάνεται τήν ἀποστροφή καί αὐτό ἐπηρεάζει τήν ὅλη ψυχοσωματική  του κατάστασι.
– Δέν ξέρω τί νά πῶ καί τί νά κάνω.
– Πές ἀποφασιστικά: «Γενηθήτω τό θέλημά σου, Κύριε». ῎Ακουσε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ. Σοῦ μίλησε μέ τό στόμα τοῦ γιατροῦ. Σοῦ μιλᾶ, ἄν θές, καί μέ τήν ταπεινότητά μου, μέ τό στόμα ἑνός πολυτέκνου κληρικοῦ, πού εἶδε πλούσια τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τῆς πολυμελοῦς οἰκογενείας του.
– Σᾶς εὐχαριστῶ, πάτερ, μά πῶς νά τό πῶ, θἄθελα κάτι δυνατώτερο νά μέ ταρακουνήση.
– ῾Ο Θεός μᾶς μιλᾶ κάθε μέρα καί μέ διαφορετικούς τρόπους, φθάνει ἐμεῖς νά ἔχουμε αὐτιά πού ἀκοῦνε.
῾Η κ. Σοφία γύρισε στό σπίτι της καί ἀγωνιζόταν νά συμφιλιωθῆ μέ τό γεγονός, νά βρῆ τήν ἀλλοτινή χαρά της, τήν σιγουριά, τήν ξενοιασιά της. Γυρόφερνε τίς δουλειές της, μά ἡ σκέψις της ἦταν κολλημένη στό ἀνεπιθύμητο πού κυοφοροῦσε. Πόσο δυσκολευόταν νά ἀποδεχθῆ τό γεγονός!… Μόνο τόν τελευταῖο μῆνα νοιάστηκε γιά τά ρουχαλάκια τοῦ παιδιοῦ.
῏Ηταν οἱ πρῶτες μέρες τοῦ Δεκέμβρη ὅταν ἡ κ. Σοφία ἔφερε στόν κόσμο ἕνα ὁλόγερο καί καλόγνωμο ἀγοράκι. ῎Ετρωγε καί κοιμόταν, δίχως κλάματα καί γκρίνια, σάν νά πρόσεχε νά μήν κουράση τήν μητέρα του. Μά ἐκείνη ἔνοιωθε ἄβολα ἀκόμη μ’ αὐτή τήν ἄκαιρη, ὅπως τήν θεωροῦσε, γέννα. Καί τήν ἐντυπωσίαζε καί τήν παραξένευε ἡ χαρά τῶν παιδιῶν της καί τοῦ συζύγου της πού ξεχείλιζε, θαρρεῖς, ἀπ’ τήν καρδιά τους καί ἀνέβαινε στό πρόσωπο καί ξεχύνονταν ὁρμητική γύρω.
Στό σπίτι, πού μέ πολλή φροντίδα συγύρισαν ἡ Εὐανθία μέ τήν Ζωή, περίμενε τό νεογέννητο ἕνα ὁλοκαίνουργιο κρεββατάκι. Τό διάλεξαν οἱ ἴδιες καί τό ἔστησαν μέσα στό δικό τους δωμάτιο.
– Τόν θέλουμε μαζί μας, ἐμεῖς θά τόν προσέχουμε, εἶπαν παρακλητικά καί ἡ κ. Σοφία δέν τούς ἀρνήθηκε αὐτή τήν χαρά, μιά καί θά εἶχαν διακοπές.
῏Ηταν παραμονές Χριστουγέννων καί τό σπίτι μοσχομύριζε ἀπό τίς ἑτοιμασίες τῶν ἡμερῶν.
Τήν παραμονή τούς ἐπισκέφθηκε ἡ μελλοντική νουνά τοῦ μικροῦ, χάρηκε μαζί τους καί φεύγοντας, ἄφησε καί τό δωράκι της: ῞Ενα μικρό πιάνο-παιχνίδι μέ 6-7 χοντρά ξύλινα πλῆκτρα. ῾Η Ζωή τό ἔβγαλε ἀπό τό περιτύλιγμά του καί τό στόλισε πάνω στό τραπέζι τοῦ παιδικοῦ δωματίου. «Θά τό δοκιμάσουμε αὔριο, πού εἶναι Χριστούγεννα» εἶπε.
Πῆρε καί σκοτείνιαζε καί μόνο τά λαμπάκια τοῦ Χριστουγεννιάτικου δένδρου σκορποῦσαν χαρούμενες μαρμαρυγές μέσα στό δωμάτιο, ὅπου ἥσυχα ἀναπαυόταν ὁ «Βενιαμίν» τῆς οἰκογενείας.
Τό δεῖπνο ἦταν λιτό, νηστήσιμο, τό βράδυ τῆς παραμονῆς. Τό πρωΐ, στήν Χριστουγεννιάτικη θ. λειτουργία θά κοινωνοῦσαν ὅλοι, ἐκτός ἀπό τήν μητέρα καί τό νεογέννητο. ῾Η κ. Σοφία ἔμεινε γιά λίγο στήν κουζίνα, ἐνῶ ὁ κ. Γιάννης καί τά παιδιά ἔσκυψαν συγκινημένοι πάνω στό μικρό τους καί τό καληνύχτισαν ἀπιθώνοντας ἁπαλά γλυκό τό φιλί τους πάνω στό μέτωπό του.
῾Η Εὐανθία καί ἡ Ζωή καληνύχτισαν τούς γονεῖς τους καί μπῆκαν στό δωμάτιό τους. Γονάτισαν γιά τήν βραδινή τους προσευχή κι’ ὕστερα εἰρηνικά ἀποκοιμήθηκαν. Σέ λίγο τό σπίτι ξαπόσταινε στό σκοτάδι καί μόνο τό ἱλαρό φῶς τοῦ κανδηλιοῦ ἀπό τό σαλόνι μαζί μέ τά φωτάκια τοῦ δένδρου ἀπό τό δωμάτιο τῶν παιδιῶν ἀχνοφώτιζαν τό ἐσωτερικό του κι’ ἀπ’ τίς ἀνοιχτές πόρτες τρύπωναν στά ὑπνοδωμάτια, χύνοντας ἱλαρότητα στά κοιμισμένα πρόσωπα.
*  *  *
Τί νύχτα ἦταν αὐτή! ῾Η πιό σημαντική στήν ἱστορία τοῦ κόσμου! Νύχτα γεμάτη μυστήριο! «Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα γεμάτη μάγια»!
Τό ρολόϊ χτυποῦσε ἁπαλά τίς ὧρες, σάν γιά νά μήν ταράξη τόν ὕπνο τῶν δικαίων. Μά ξαφνικά μιά μελωδία γλυκειά, πρωτάκουστη, ὅλο ἁρμονία ξεχύθηκε στό δωμάτιο τῶν παιδιῶν. Μιά μελωδία θεσπέσια, οὐράνια, ἀγγελική!
Πρώτη ξύπνησε ἡ Εὐανθία. ᾿Ανακάθησε. ᾿Από ποῦ ἐρχόταν αὐτή ἡ  μουσική μελωδία; Τό ἐνετόπισε! ᾿Από τό μικρό πιάνο-παιχνίδι ἔβγαιναν οἱ νότες, χωρίς κανείς νά τό πειράξη, χωρίς κανείς ν’ ἀγγίξη τά πλῆκτρα του!
᾿Εκείνη τήν ὥρα ξύπνησε καί ἡ Ζωή. 
– Εὐανθία, ἐσύ παίζεις;
– ῎Οχι, ξύπνησα ἀπό τήν μουσική.
– Φοβᾶμαι, εἶπε ἡ Ζωή.
῾Η Εὐανθία ἔτρεξε στό δωμάτιο τῶν γονέων τους.
– Μαμά, μπαμπά, σηκωθῆτε.
Πετάχτηκαν καί οἱ δυό τους.
– Τί συμβαίνει;
– Τό πιάνο, τό παιχνιδάκι, ἀκοῦστε το, παίζει μόνο του ἐδῶ καί ὥρα… καί φοβηθήκαμε…
Μπῆκαν ὅλοι σιγά-σιγά στό δωμάτιο τῶν παιδιῶν.
῾Η θεσπέσια μελωδία ἐξακολουθοῦσε νά ἀκούγεται ἁπαλή, μυστηριακή.
῎Εμειναν νά ἀκοῦν κι’ ἦταν σάν νά στάλαζε στίς καρδιές τους μιά πρωτόγνωρη γαλήνη, ἕνα αἴσθημα πληρότητος καί χαρᾶς, ὥσπου χαμήλωσε καί ἔσβησε ἁπαλά. Τότε ἔνοιωσαν πώς ἦταν ἄλλου κόσμου μουσική. Καί γονάτισαν. Σάν σέ κατανυκτική προσευχή. Τά δάκρυα κυλοῦσαν στά πρόσωπά τους 
– Θεέ μου, ψιθύρισε ἡ κ. Σοφία,  ἦρθες σήμερα στό σπιτικό μας, τήν μέρα τῆς συγκαταβάσεώς Σου… συγκατέβηκες καί σέ μᾶς ξεχωριστά, νεογέννητος ᾿Εσύ, ὁ Θεός μας… Καί μοῦ μίλησες τόσο συγκλονιστικά μέσα ἀπ’ αὐτό τό παιχνιδάκι, δίπλα ἐδῶ στήν κούνια τοῦ ἀνεπιθύμητου νεογέννητου παιδιοῦ μου… Συγχώρεσέ με, Κύριε… Γενηθήτω τό θέλημά Σου… Εὐλογημένο κι’ ἅγιο καί καλόδεχτο ὅ,τι θέλεις,… ὅ,τι μᾶς στέλνεις… γιά τώρα …καί γιά πάντα…
Σηκώθηκε, πῆρε τό βρέφος στήν ἀγκαλιά της καί γιά πρώτη φορά τό φίλησε ζεστά, μ’ ὅλη τήν θέρμη τῆς καρδιᾶς της, ἐνῶ τά χείλη της ψέλλιζαν «εὐλογημένον τό ἐρχόμενον ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Πηγή: Περιοδικό «Ἁγία Λυδία», Δεκέμβριος 2000.