ΟΜΙΛΙΑ ΙΔ´ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Ο Ευαγγελισμός. Λεπτομέρεια από Δωδεκάορτο του 12ου αιώνα στο Σινά.



ΟΜΙΛΙΑ ΙΔ´ 
ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ
ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΝΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ



1. Ὁ προφήτης ψαλμωδός, ὅταν ἀπαριθμεῖ τά εἴδη τῆς κτίσης καί διακρίνει τή σοφία τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλα αὐτά, συνεπαρμένος ἀπό τό θαῦμα, ἀνάμεσα σ’ ἄλλα πού εἶπε, βροντοφώνησε· «Πόσο μεγάλα καί θαυμαστά εἶναι τά ἔργα σου Κύριε, ὅλα ἀνεξαιρέτως μέ σοφία τά δημιούργησες». Σ’ ἐμένα τώρα ποιός λόγος παρόμοιος θά βρεῖ ἐφαρμογή, πού προσπαθῶ μ’ ὅλες τίς δυνάμεις μου νά διαλαλήσω ὑμνώντας τή σαρκική ἐμφάνιση τοῦ Λόγου πού δημιούργησε τό σύμπαν; Ἐάν μάλιστα ὅλα τά ὄντα εἶναι ἕνα θαῦμα καί τό ὅτι προῆλθαν αὐτά ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη εἶναι κάτι τό θεϊκό, πού ἀξίζει νά ὑμνηθεῖ ποικιλοτρόπως, πόσο πιό θαυμάσιο καί πιό θεῖο καί πιό ἀναγκαῖο εἶναι νά ὑμνηθεῖ ἀπό μᾶς τό γεγονός ὅτι κάποιο ἀπό τά ὄντα αὐτά ἔγινε Θεός καί ὄχι μόνον Θεός ἀλλά ὁ πραγματικά ἀληθινός Θεός, καί μάλιστα ἐνῶ ἡ δική μας φύση δέν μπόρεσε ἤ δέν θέλησε νά διαφυλάξει αὐτό πού ἔγινε καί γι’ αὐτό δίκαια κατακρημνίστηκε στά κατώτατα τῆς γῆς; 
Εἶναι τόσο μεγάλο, θεϊκό, ἀπόρρητο καί ἀκατανόητο τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση μας ἔγινε ὁμόθεη καί τό ὅτι ἐξαιτίας αὐτοῦ λάβαμε τή χάρη νά ξαναγυρίσουμε πρός τό καλύτερο, ὅπως καί στούς ἁγίους ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους καί στούς προφῆτες, ἄν καί βλέπουν διά τοῦ πνεύματος, παραμένει πραγματικά ἄγνωστο τό ἀπ’ ἀρχῆς ὑπάρχον κρυμμένο μυστήριο. Καί τί ἄλλο πρέπει νά προσθέσω γιά νά ὁλοκληρώσω αὐτήν τή σκέψη;

Διαβάστε περισσότερα »

Advertisements

Συναξάρι τῆς 15ης Αὐγούστου



Σήμερα γιορτάζουμε τή μνήμη τῆς ἅγιας καί σεβάσμιας Μετάστασης τῆς ἄχραντης δέσποινάς μας, θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, ὅταν εὐδόκησε ὁ Θεός μας Χριστός νά παραλάβει κοντά του τή Μητέρα του, γνωστοποιώντας τή Μετάστασή της ἀπό τή γῆ μέ ἄγγελο πρίν ἀπό τρεῖς μέρες. Λέει· «Εἶναι καιρός ἐσένα τή Μητέρα μου νά σέ πάρω κοντά μου. Νά μή θορυβηθεῖς λοιπόν καθόλου γι᾿ αὐτό, ἀλλά χαρούμενη νά δεχτεῖς τήν εἴδηση, γιατί ἐπανέρχεσαι στήν ἀθάνατη ζωή».
῞Οταν τό ἔμαθε αὐτό ἡ Θεομήτωρ, χάρηκε πάρα πολύ. ᾿Εξαιτίας  λοιπόν τοῦ πόθου της νά πάει πρός τόν Υἱό της, ἀνεβαίνει στό ῎Ορος τῶν ᾿Ελαιῶν μέ ζῆλο γιά νά προσευχηθεῖ —συνήθιζε συνέχεια νά ἀνεβαίνει ἐκεῖ καί νά προσεύχεται—, γι᾿ αὐτό καί τότε κάτι παράξενο τῆς συμβαίνει. Γέρνουν ἀπό μόνα τους τά φυτά τοῦ βουνοῦ πρός τή γῆ καί σάν νά εἶναι ζωντανοί δοῦλοι ἐκπληρώνουν τόν ὀφειλόμενο σεβασμό πρός τή Δέσποινα. Μετά τήν προσευχή της ἐπιστρέφει σπίτι της κι ἀμέσως ὁλόκληρο αὐτό ταρακουνιέται. ᾿Αφοῦ φωταγώγησε ὁλόκληρο τό σπίτι καί εὐχαρίστησε τόν Θεό, συγκεντρώνει τούς συγγενεῖς καί τούς γείτονές της, καθαρίζει τό σπίτι, ἑτοιμάζει τό κρεβάτι της καί ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται γιά τήν ταφή της, ἀποκαλύπτει τά λόγια πού τῆς εἶπε ὁ ἄγγελος γιά τή Μετάστασή της στόν οὐρανό, καί γιά νά πιστέψουν αὐτά πού τούς εἶπε, τούς δείχνει τό βραβεῖο πού τῆς ἔδωσε. Αὐτό ἦταν ἕνα κλαδί φοινικιᾶς.
Οἱ γυναῖκες πού εἶχαν προσκληθεῖ, ὅταν τά ἄκουσαν αὐτά λούστηκαν στούς θρήνους καί ὀδύρονταν γοερά. ῞Οταν ὅμως σταμάτησαν τό κλάμα, τήν παρακαλοῦσαν νά μήν τίς ἀφήσει ὀρφανές. ῾Η Πανάμωμη διαβεβαίωνε ὄχι μόνον αὐτές, ἀλλά καί ὅλον τόν κόσμο, ὅτι μετά τή Μετάστασή της θά τούς περιφρουρεῖ καί θά τούς ἐπιβλέπει, ἀλλά ἡ μεγάλη λύπη πού αἰσθάνονταν ὅλοι, ἐξουδετέρωνε τά παρηγορητικά λόγια της πού τούς ἀπηύθυνε. ῎Επειτα καθορίζει τό τί θά γίνουν οἱ δύο χιτῶνες της, ὁρίζει νά τούς πάρουν δύο φτωχές χῆρες, πού ἦταν φίλες της καί γνωστές, καί ἔπαιρναν τά ἀπαραίτητα ἐφόδια γιά τή ζωή τους ἀπ᾿ αὐτήν.
᾿Ενῶ αὐτά ἔτσι τά ἀνέπτυξε καί τά τακτοποίησε, ξαφνικά ἀκούγεται ὁ ἦχος μιᾶς δυνατῆς βροντῆς καί μέ τή βοήθεια πολλῶν νεφῶν ἀπό τά πέρατα τοῦ κόσμου ἀφοῦ ἁρπάχτηκαν οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, φθάνουν ὅλοι μαζί στό σπίτι τῆς Θεομήτορος. ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτούς βρίσκονται ὁ Διονύσιος ὁ ᾿Αρεοπαγίτης, ὁ ῾Ιερόθεος καί μαζί του ὁ Τιμόθεος, οἱ ἔχοντες θεία σοφία ἱεράρχες, πού μέ τά νέφη μεταφέρθηκαν κι αὐτοί. ῞Ολοι, ὅταν ἔμαθαν τήν αἰτία τῆς συγκεντρώσεώς τους, τῆς ἔλεγαν τά ἑξῆς· «᾿Εσένα, Δέσποινα, ὅταν παρέμενες στόν κόσμο σέ  βλέπαμε σάν νά βλέπαμε τόν ἴδιο τόν Δεσπότη καί Δάσκαλό μας καί γι᾿ αὐτό παρηγοριόμασταν, τώρα ὅμως ὅπως βλέπεις γεμίσαμε ἀπό λύπη καί δάκρυα, ἐξαιτίας τῆς μεταστάσεώς σου. ᾿Επειδή ὅμως μέ ἀπόφαση τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου πηγαίνεις στά ὑπερκόσμια, χαιρόμαστε πού ἔτσι ἀποφάσισε ὁ Θεός γιά σένα». ᾿Ενῶ τἄλεγαν αὐτά, μούσκευαν στά δάκρυα. Αὐτή ὅμως ἀπαντοῦσε· «Μή, φίλοι καί μαθητές τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ μου, μή μετατρέπετε τή χαρά μου σέ πένθος, ἀλλά τό σῶμα μου νά τό κηδεύσετε, ὅπως θά τό τακτοποιήσω ἐγώ πάνω στήν κλίνη μου».
᾿Αφοῦ ἔγιναν αὐτά ἔτσι, φθάνει καί ὁ θεσπέσιος Παῦλος, ὁ ὁποῖος πέφτει στά πόδια τῆς Θεοτόκου, τήν προσκυνᾶ καί ἀρχίζει νά τῆς λέει πολλά ἐγκώμια, ὅπως παραδείγματος χάριν· «Σέ χαιρετῶ, Μητέρα τῆς ζωῆς καί θεμέλιο τοῦ κηρύγματός μου. ῎Αν καί δέν εἶδα ζωντανό τόν Χριστό, βλέποντας ἐσένα νόμιζα ὅτι ἔβλεπα ἐκεῖνον». ῎Επειτα τούς ἀποχαιρετᾶ ὅλους ἡ Παρθένος, ξαπλώνει στό κρεβάτι της, τακτοποιεῖ τό ἄχραντο σῶμα της ὅπως ἤθελε, δέεται γιά τήν κατάσταση τοῦ κόσμου καί γιά εἰρηνική συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων, μέ τίς εὐχές της τούς γεμίζει ὅλους μέ εὐλογίες καί ἔτσι τέλος παραδίδει τό πνεῦμα της στά χέρια τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της.
Μετά ἀπ᾿ αὐτά ὁ Πέτρος ἀρχίζει νά ψάλλει νεκρικά τροπάρια. Οἱ ὑπόλοιποι ᾿Απόστολοι ἄλλοι σηκώνουν τό νεκρικό φορεῖο κι ἄλλοι μέ λαμπάδες καί ὕμνους προχωροῦν καί συνοδεύουν τό θεοδόχο σῶμα στό μνῆμα. Τότε λοιπόν, ἀκριβῶς τότε, ἀκούγονταν ἄγγελοι νά ὑμνολογοῦν καί φωνές ἀπό τίς ὑπερκόσμιες τάξεις τῶν ἀγγέλων νά γεμίζουν τόν ἀέρα. ᾿Εκείνη τή στιγμή οἱ ἄρχοντες τῶν ᾿Ιουδαίων παρακίνησαν μερικούς ἀπό τόν ὄχλο καί τούς πείθουν νά δοκιμάσουν νά ἀνατρέψουν τό φορεῖο, ὅπου εἶχε τοποθετηθεῖ τό ζωαρχικό σῶμα, καί νά τό ρίξουν κάτω. ῞Ομως ἡ δικαιοσύνη προφταίνει καί τιμωρεῖ μέ τύφλωση ὅλους τούς αὐθάδεις. ῾Ενός ἀπ᾿ αὐτούς τοῦ στερεῖ καί τά δυό χέρια, ἐπειδή μέ μεγαλύτερη μανία ὥρμησε καί ἄγγιξε τό ἱερό ἐκεῖνο φορεῖο. Αὐτός δίπλα στό φορεῖο μέ κομμένα τά αὐδάθη χέρια του ἀπό τό ξίφος τῆς δικαιοσύνης καί κρεμμασμένα στό κενό, ἔμεινε ἐκεῖ ἐλεεινό θέαμα, μέχρις ὅτου πίστεψε μ᾿ ὅλη του τήν ψυχή καί θεραπεύτηκε καί ἔγινε πάλι ὑγιής ὅπως ἦταν καί προηγουμένως. Αὐτός, ἐπειδή προσπαθοῦσε μέ κάθε τρόπο νά σώσει τούς τυφλούς, ἀφοῦ πῆρε ἕνα κομμάτι κλαδί φοινικιᾶς ἀπό τό φορεῖο καί τό τοποθέτησε στούς παθόντες, ἀμέσως τούς γιάτρεψε, ἐπειδή πίστεψαν κι αὐτοί.
Οἱ ᾿Απόστολοι, ὅταν ἔφτασαν στό σημεῖο πού λεγόταν Γεθσημανή καί ἀπόθεσαν στόν τάφο τό σῶμα πού ὑπῆρξε πηγή ζωῆς, μένουν ἐκεῖ τρεῖς μέρες ἀκούγοντας μόνον αὐτοί τίς ἀγγελικές φωνές, οἱ ὁποῖες δέν σταμάτησαν καθόλου. ᾿Επειδή ὅμως, ὅπως λέει ἡ παράδοση, σύμφωνα μέ τή θεία οἰκονομία ἕνας ἀπό τούς ᾿Αποστόλους, ὁ Θωμᾶς, ἔχασε τήν κηδεία τοῦ σώματος, πού ἦταν ἡ πηγή τῆς ζωῆς, γιατί ἔφτασε τήν τρίτη μέρα. ᾿Επειδή τό ἔφερε αὐτό βαρέως καί στενοχωριόταν, γιατί δέν ἀξιώθηκε κι αὐτός νά πάρει μέρος στήν τελετή ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι συναπόστολοι, ἀποφάσισαν ὅλοι μαζί, γιά χάρη τοῦ ᾿Αποστόλου πού δέν πρόφτασε, νά ἀνοίξουν τόν τάφο γιά νά προσκυνήσει κι αὐτός, ἀλλά αὐτό πού εἶδαν τούς ἄφησε ἄναυδους. Βρῆκαν τόν τάφο ἄδειο ἀπό τό ἅγιο σῶμα, τί θαῦμα, καί μόνον τό σάβανο ἦταν ἐκεῖ, παρηγοριά γιά ὅλους ὅσοι στό μέλλον θά λυπόταν, ἀλλά καί ἀδιάψευστη ἀπόδειξη γιά τή μετάστασή της. Μέχρι σήμερα βέβαια φαίνεται ὁ λαξεμένος στήν πέτρα τάφος καί προσκυνεῖται, ἐνῶ εἶναι κενός ἀπό τό σῶμα τῆς Θεοτόκου.
Γιορτάζεται ἡ γιορτή της στόν σεβαστό ναό της πού βρίσκεται στίς Βλαχέρνες καί στίς ἅγιες ἐκκλησίες πού φέρνουν τό ὄνομά της στούς διάφορους τόπους.

Πηγή: Δημητρίου Τσάμη, Θεομητορικόν, τόμος Δ΄, Ἔκδοσις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελ. «ΛΥΔΙΑ».

Στήν Παναγία μας ὅλα τά προβλήματά μου ἀναθέτω.



­Στήν Παναγία μας ὅλα τά προβλήματά μου ἀναθέτω.
Ἀλλά γιά περισσότερη ἐγρήγορσι…
Μιλῶ στήν Γλυκοφιλοῦσα, ὅταν μοῦ λείπη
ἡ ἀγάπη τῶν δικῶν μου.
Παρακαλῶ τήν Ὁδηγήτρια, γιά νά μήν χάσω τόν δρόμο μου.
Κλαίω μπροστά στήν Παυσολύπη,
ὅταν ὁ οὐρανός μου εἶναι μαῦρος.
Δέομαι στήν Γοργοϋπήκοο,
γιατί τό πρόβλημα “δέν παίρνει” ἄλλο.
Γονατίζω στήν Παραμυθία, ὅταν οἱ λύπες εἶναι ἀβάσταχτες, πολλές καί ὄχι μία.
Χαμογελώντας παρακαλῶ τήν Πάντων Χαρά, ὅταν ἡ χαρά μου εἶναι μακρινό ὄνειρο.
Κοκκινίζοντας ἐκλιπαρῶ τό Ρόδο τό Ἀμάραντο,
γιά τήν χαμένη μου ντροπή.
Κι ἄν ἡ μάνδρα τῆς ψυχῆς μου ἀπειληθῆ,
κρούω στήν Πορταΐτισσα.
Δοξολογώντας τόν Κύριο, ψάλλω μπροστά στό Ἄξιον Ἐστί.
Εὐχαριστώντας τόν Θεό γιά ὅσα μοῦ ἔδωσε,
ζητῶ ἀπό τήν Παναγία Δεξιά νά Τοῦ τό πῆ.
Κι ὅταν θέλω τό “χάδι” τοῦ Θεοῦ μου,
κλείνω τό μάτι στήν Μεσίτρια.
Ἀλλ’ ὅταν δέν ἀντέχω τόν θρῆνο τῶν ἀδελφῶν,
ζητῶ ἀπό τήν Θρηνωδοῦσα νά κλαύσω μαζί της.
Κι ὅσες φορές, ὡς ἄλλοι “Φιλισταῖοι” ἐχθρικά σύννεφα πυκνώνουν στόν οὐρανό τῆς Πατρίδος μου,
ἱκετεύω τήν Ἁγία Σκέπη.
Γιά τήν προστασία τῶν ἀδελφῶν μου Σέρβων,
γονυπετῶ μπροστά στήν Τριχεροῦσα.
Κι ὡς Μάνα τοῦ κόσμου ὅλου, Βρεφοκρατοῦσα,
Σέ ἱκετεύω γιά τίς μάνες…
Ἀπό τήν Γερόντισσα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ζητῶ νά φυλάη
τά ἀδέλφια μου τούς μοναχούς…
Ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου, γενοῦ μεσίτρια,
πρός τόν Φιλάνθρωπο Θεόν,
μή μοῦ ἐλέγξῃ τάς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων.

«Διά γυναικός πηγάζει τα κρείττω»


Σύμφωνα με το γνωστό βυζαντινό ανέκδοτο, η Ευφροσύνη, η μητριά του βασιλιά Θεόφιλου, φρόντισε να συγκεντρωθούν στην Κωνσταντινούπολη οι πιο όμορφες νέες απ’ όλο το Βυζαντινό κράτος, για να διαλέξει ο Θεόφιλος τη μελλοντική γυναίκα του. Την προσοχή του βασιλιά τράβηξε τότε η Κασσιανή (ή Εικασία). Την πλησίασε και απλώνοντας να της δώσει το δείγμα της εκλογής του, ένα χρυσό μήλο, της είπε: «ὡς ἄρα διά γυναικός ἐρρύῃ τά φαύλα», δηλαδή «πως από τη γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά», εννοώντας την Εύα. Η Κασσιανή έδωσε με θάρρος στο πείραγμα αυτό την περήφανη απάντηση: «καί διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» (δηλαδή και από την γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα), εννοώντας την Παναγία. Η εξυπνάδα αυτή και το θάρρος της Κασσιανής τρόμαξαν, φαίνεται, το Θεόφιλο, που πρόσφερε το μήλο στη Θεοδώρα. Η Κασσιανή αποτραβήχτηκε από τότε σ’ ένα μοναστήρι, όπου έγραψε, όπως λένε, το γνωστό ομώνυμό της τροπάρι.

(Από το βιβλίο «Λέξεις & Φράσεις Παροιμιώδεις, του Τάκη Νατσούλη).

Ἡ Παναγία μας



Παναγία μας εναι χαρά τν θλιβομένων.
Παναγία μας εναι βακτηρία τν δυνάτων.
Παναγία εναι λπίδα τν πελπισμένων.
Παναγία μας εναι λιμένας τν ναυαγν.
Παναγία μας εναι μητέρα τν ρφανν.
Παναγία μας εναι Βασίλισσα τν γγέλων.
Παναγία μας εναι πρέσβειρα τν ορανν,
καταπαύστως πέρ μν δεομένη.
Παναγία μας εναι Θεοτόκος
δι’ ς κατέβη ες τήν γν Χριστός,
γιά νά νεβάση τόν νθρωπον ες τόν ορανόν.
Παναγία μας εναι μητέρα το Υο το Θεο,
το Κυρίου μν ησο Χριστο,
καί μητέρα λων τν νθρώπων.
Στήν Παναγία μας χρεωστομε τήν γάπη μας,
τόν σεβασμό μας, τήν φοσίωσί μας,

τήν μπιστοσύνη μας καί τήν λπίδα μας.



Πηγή: Περιοδικό «Αγία Λυδία», τεύχος 343, Αὔγουστος-Σεπτέμβριος 2001.

Ἡ Παναγία Σουμελᾶ, βιγλάτορας τοῦ Πόντου



Γιά 16 αἰῶνες, ἡ Παναγία Σουμελᾶ, ἀπό τήν Ἱερά Μονή της, φύλαξε, προστάτευσε, ἐπόπτευσε τόν Πόντο· τόν Ἑλληνικό, τόν Ὀρθόδοξο, τόν Οἰκουμενικό.
Ἑλληνικός ὁ Πόντος, ἀπό τόν 8ο π.Χ. αἰῶνα.
Ὀρθόδοξος, ἀπό τό βάπτισμα πού ἔλαβε ἀπό τόν ἀπ. Ἀνδρέα.
Οἰκουμενικός, διότι λόγῳ στρατηγικῆς θέσεως εἶναι ἕνα σταυροδρόμι λαῶν. Κυρίως, ὅμως, διότι στή χάρι Της “ἀδελφώνονται” οἱ λαοί. Αὐτοκράτορες Ὀρθόδοξοι καί Σουλτάνοι μωαμεθανοί συναγωνίζονταν γιά τό ποιός θά πάρη τήν καλύτερη θέσι στήν ἱστορία, ποιός θά τήν προστατεύση καί θά τήν τιμήση καλύτερα. Ἀφοῦ ἡ Παναγία Σουμελᾶ τῶν Ἑλλήνων, ἡ Μαριεμανά τῶν Τούρκων, ἄκουε ὅλους.
Στό ἐπιβλητικό ὄρος Μελᾶ, στήν Ἀνατολική Ματσούκα τοῦ Πόντου, 17 χιλ. ἀπό τήν Τραπεζοῦντα, ἔχτισαν τό μοναστήρι τους, οἱ ὅσιοι Ἀθηναῖοι μοναχοί, Βαρνάβας καί Σωφρόνιος, γύρω στό 386 μ.Χ. Τό περιβάλλον ἀφιλόξενο τότε γιά τόν ἄνθρωπο, καθώς ἕνα πυκνό καταπράσινο δάσος ἀπό ὀξιές, πύξους, πλατάνια καί ἔλατα, κάλυπτε ὅλο τό βουνό. Οἱ χαράδρες καί οἱ ἀπόκρημνες πλευρές τοῦ ὄρους τό ἔκαναν ἀπροσπέλαστο σ’ αὐτόν. Στά ριζά τοῦ βουνοῦ, ὁ Πυξίτης ποταμός κυλοῦσε ὁρμητικός, δημιουργώντας φυσικό ὀχυρό.

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας
Ἡ ἱστορημένη εἰκόνα τῆς Παναχράντου ἀπό τόν ἀπ. Λουκᾶ, ἡ κυρά τῆς Ἀθήνας, ἀπεφάσισε νά μετοικήση. Βασταζομένη ἀπό δύο ἀγγέλους μεταφέρθηκε στό ὄρος τοῦ Μελᾶ, μετεωροποροῦσα. Ἐκεῖ τήν συνάντησαν οἱ δύο μοναχοί.
Ἀπό τή στιγμή πού ἀπεφάσισε τήν “ξενιτεία” της ἀπό τήν Ἀθήνα, ὅλο θαυμαστά συνέβαιναν στούς δύο θεοσεβεῖς ὁσίους μοναχούς:
Ἕνα σμῆνος χελιδονιῶν ἐντόπισε τή σπηλιά, ὅπου ἔγινε καί ὁ ναός της μέ ἐννέα παρεκκλήσια.
 Ἕνα πανύψηλο ἔλατο ἔγειρε, προσφέροντας τόν κορμό του γιά γέφυρα.
 Ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς ὑπέδειξε τή θέσι της μέσα στή σπηλιά… καί ἐκεῖ τήν προσκύνησαν γιά πρώτη φορά. Ἡ μεγάλη συνάντησις, ἡ πρώτη συγκίνησις, καί μετά ἀμέσως ἄρχισαν τά σχέδια γιά τό ναό της. Καμμία καθυστέρησις, οὔτε ὀλιγοψυχία… τούς στήριζε ἡ χάρι Της.
 Γιά δεκαέξι ἡμέρες τρέφονταν μόνον μέ ρίζες δένδρων, οὔτε μία σταγόνα νεροῦ δέν εἶχαν. Εἶναι στήν κυριολεξία οἱ δυό μοναχοί, ὁ Θεός τους καί ἡ Κυρά πού ἐποπτεύει τή σκληρή ἐργασία. Πίστι, ὑπομονή… καί περιμένουν. «Θά εἶμαι μαζί σας τούς εἶχε πῆ…». Τί χρείαν ἔχουν, λοιπόν;
 «Δέσποινα, Κυρά μας, νερό…!», ὁλόθερμη ἡ προσευχή τους. Στάλες νεροῦ ἔσταξαν ἀπό τό βράχο, μπροστά στήν Εἰκόνα Της. Ἀπό τότε ἀστείρευτο τό “ἁγίασμά της”, θά ὑγιαίνη μέχρι καί σήμερα πιστούς ὀρθοδόξους, ἀλλοδόξους, ἀλλοθρήσκους, μουσουλμάνους καί μή.
 «Ἡ Παναγιά μας, ἔδωσε ἐντολή νά σᾶς βοηθήσουμε…». Ἡγούμενος, Ἱ.Μ. Ἁγ. Ἰωάννη Βαζελῶνος! Ἔτσι ἔγραφε ἡ περγαμηνή.
Ἕνα μουλάρι φορτωμένο μέ δύο καλάθια, μέ πολλά χρειαζούμενα… ὡς καί ἐπιστολόχαρτο γιά ν’ ἀπαντήσουν, ἦρθε ὁλομόναχο.
Δόξα Σοι, Κύριε!
Ἔτσι, τ’ ὄνειρο τοῦ ναοῦ, ἔγινε πραγματικότητα. Καί ἡ Παναγιά, ἡ Ἀθηνιώτισσα Κυρά, θά μετονομασθῆ σέ Παναγιά τοῦ σοῦ Μελᾶ ὄρους, Σουμελᾶ.

Τό Εὐαγγέλιο
664 μ.Χ. Ἐπιδρομές βαρβάρων ἐρήμωσαν τό μοναστήρι. Κύριος εἶδε, τίνος κρίμασι…
Ἀλλά ἡ χάρι Της δέν τό ἄφησε. Μέ δική Της προτροπή, ἕνας σεμνός χωρικός, ἀπό τό Γαζαρή Τραπεζοῦντος, ἔγινε σκεῦος ἐκλογῆς της. Ὁ ὅσιος Χριστόφορος, ὁ ἑξαδάκτυλος.
Ἡ ἁπλότητά τῆς πίστεώς του, ἡ ἄδολη καρδιά του, ἡ ἀπόλυτη ὑπακοή του (ἡ μόνη ἀντιλογία πού προέβαλε στό κάλεσμά της, ἦταν τό ὅτι ἦταν ἀγράμματος), τόν ἀξίωσαν νά τήν ὑπηρετήση μέ ἀπόλυτη ἀφοσίωσι. Ἡ ὁσιακή ζωή του ἔγινε πόλος ἕλξεως νέων μοναχῶν καί ἔτσι μέ τήν ἀνακαίνισι τοῦ ναοῦ καί τῶν κτιρίων, μία νέα μοναχική ἀδελφότητα ἀναγεννήθηκε!
Ὁ ὅσιος Χριστόφορος, κατά τήν χειροτονία του ἀπό τόν οἰκεῖο ἐπίσκοπο, ἔλαβε ὡς δῶρο τήν ἱερατική του στολή, τό λειτουργικό καί ἕνα Εὐαγγέλιο. Ὅμως, ἦταν ἀγράμματος! Ὡστόσο ἀξιώθηκε, ὄχι μόνο νά φωτισθῆ ἀπό τήν Πανάχραντο Κυρά Σοῦ Μελᾶ ὄρους, ἀλλά καί νά λάβη τό χάρισμα νά μάθη ἀπό στήθους ὅλη τήν Ἁγία Γραφή.
Αὐτό τό χρυσοστολισμένο, χειρόγραφο, Ἱερό Εὐαγγέλιο τοῦ ὁσίου διασώθηκε.

Ὁ Τίμιος Σταυρός
Ἡ Μονή ἔφθασε σέ μεγάλη ἀκμή καί πάλι μετά τήν ἀνοικοδόμησί της ἀπό τόν ὅσιο Χριστόφορο. Κυρίως οἱ Μεγάλοι Κομνηνοί τήν προστάτευσαν ἰδιαίτερα.
Ὁ Μανουήλ ὁ Γ΄ ὁ Κομνηνός, ἐδώρησε στή χάρι Της ἀπό τό αὐτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο αὐτόν τόν Σταυρό, πολυποίκιλτο, πού περιέχει τό μεγαλύτερο σωζόμενο τμῆμα Τιμίου Ξύλου, καθώς καί λείψανα Ἁγίων.

1922. «Ἡ Χαμονή»
Αὐτή τή μαρτυρική χρονιά συνέβη ἡ μεγάλη ἔξοδος, ὁ διωγμός τῶν Ἑλ­λήνων, ἀπό τήν πατρώα γῆ τῆς Μ. Ἀσίας, τοῦ Πόντου καί τῆς Θράκης. Τό μοναστήρι τῆς Παναγίας, Κυρᾶς τοῦ ὄρους Μελᾶ, τό σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς Ποντιακῆς φυλῆς καταστράφηκε, ἐρημώθηκε παντελῶς. Τίς τελευταῖες ὥρες τῆς «χαμονῆς», οἱ μοναχοί κατάφεραν νά κρύψουν, ἐνταφιάζοντας τήν Ἱερά Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας, τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ὁσίου Χριστοφόρου καί τόν Τίμιο Σταυρό, στό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Βαρβάρας… Οἱ μανιασμένοι ἀλλόθρησκοι δέν τά βρῆκαν, ἄν καί κατέσκαψαν τό μοναστήρι. Ἡ «ψυχή τοῦ Πόντου» καρτεροῦσε…

1932: Τά τρία αὐτά «σύμβολα τοῦ ἔθνους», ἀδιαμφισβήτητα, ἔφθασαν στήν Ἑλλάδα, τό 1932, μέ ἐνέργειες τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, μετά ἀπό τήν προτροπή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρύσανθου. Ἐπέστρεψαν ὡς πρόσφυγες; Ὁ Θεός γνωρίζει.
Τό ποντιακό μοιρολόι, πάντως, μᾶς μεταφέρει τήν ἐλπίδα:
«Ἡ Ρωμανία κι ἄν πέρασεν,
ἀνθεῖ καί φέρει κι ἄλλα».
Ἐλπίζουμε κι ἐμεῖς καί προσευχόμαστε στήν Παναγία μας, τήν Κυρά Βερμιώτισσα τώρα… νά φέρη κι ἄλλα· λαμπρά, ἔνδοξα, γενναῖα, ἡρωικά χρόνια γιά τό ἔθνος μας.

Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 438, Αὔγουστος 2009.

Ταπείνωσις


«…Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον καί ἠγαλλίασε τό πνεῦμά μου ἐπί τῷ Θεῷ τῷ σω­τῆρί μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. α΄ 46-48).





Tά λόγια αὐτά ἀποτελοῦν ἕναν ἀπό τούς ὡραιοτέρους ὕμνους πού περιλαμβάνει τό ἱερό Εὐαγγέλιο. Εἶναι ἕνα ψυχικό ξεχείλισμα τῆς γλυκειᾶς μας Παναγίας κα­τά τήν συνάντησι πού εἶχε μέ τήν μητέρα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Νοιώθοντας τήν ἐπίσκεψι τοῦ Ἀγγέλου, πού ἦταν ἰδιαιτέρα εὔνοια τοῦ Θεοῦ, εἶπε: Ἄς εἶναι δοξασμένο τό ὄ­νομα τοῦ Θεοῦ. Τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀν­έκ­φρα­στα. Γιατί ἐπέβλεψε ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δού­λης αὐτοῦ. Σέ μένα τήν ταπεινή καί ἄ­ση­μη καί περιφρονημένη ἠθέλησε ὁ Θεός νά χαρίση αὐτή τήν εὐλογία. Νά μέ καταστήση ὄργανο τῆς χάριτός Του. Ὄργανο εἰς τήν ὑπηρεσία τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λυτρωτοῦ, γιά τήν σωτηρία ὅ­λου τοῦ κόσμου. Καί ἀπό τώρα θά μέ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές διά μέσου τῶν αἰώνων. 
Ὁ μαγνήτης τῆς θείας Χάριτος
Οἱ γενεές τῶν γενεῶν διά μέσου τῶν αἰ­ώνων προσερχόμενες θά τιμοῦν τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Γιατί τήν τίμησε πρῶτα ὁ Τριαδικός Θεός, στέλνοντας τόν Ἄγγελο νά τῆς ἀναγγείλη τό χαρμόσυνο γεγονός, ὅτι Αὐτή θά γίνη τό δοχεῖο τῆς χάριτος καί θά κυοφορήση τόν Λυτρωτή τοῦ κόσμου.
Αὐτό πού ἥλκυσε τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, τήν ἰ­διαιτέρα εὔνοια τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἡ βα­θειά καί ἀ­πέραντη ταπείνωσις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἡ Παναγία μας ἦταν ἡ ταπεινή καί ἄσημη κόρη τῆς Ναζαρέτ. Ἦταν ἡ ἁγνή νέα τῆς ἐποχῆς ἐκεί­νης. Ἦταν τό χαριτωμένο μοσχοβόλο τριαντάφυλλο πού εὐωδίαζε ἀπό ἀρετή, ἀπό ἁγνότητα καί ἁ­γιότητα.
Καί ὁ μαγνήτης πού μαγνήτισε τήν χάρι τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ βαθειά, ἡ πηγαία καί ἀπέραντος ταπεινοφροσύνη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Θά τήν μακαρίζουν οἱ γενεές τῶν γενεῶν διά μέσου τῶν αἰώνων. Κι ἐμεῖς σήμερα τήν μακαρίζουμε καί προσβλέποντες στό πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου διακρίνουμε τήν ὑ­ψίστη αὐτή τῶν ἀ­ρετῶν πού εἶναι ἡ βαθειά ταπεινοφροσύνη. 
Αὐτήν τήν ταπεινοφροσύνη μακάρισε καί ὁ Κύριός μας στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία Του λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε΄, 3). Εἶναι ἕνας μακαρισμός ἰδιαιτέρως παρεξηγημένος καί ἀκατανόητος γιά τούς πολλούς ἀνθρώπους. Διότι νομίζουν ὅτι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι εἶναι οἱ λωλοί, αὐτοί πού ἔχασαν τό λογικό τους, πού δέν μποροῦν νά κυβερνήσουν τόν ἑαυτό τους καί παρασύρονται ἀπό τήν ἔλλειψι τῆς λογικῆς σέ ὁ­ποιαδήποτε πρᾶξι. Αὐτό ἀποτελεῖ ὕβρι γιά τόν Κύριό μας.
Δέν μακαρίζει τούς λωλούς. Εἶναι πλάσματα βεβαίως κι αὐτά τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά μακαρίζει τούς ταπεινούς, τούς πτωχούς τῷ πνεύματι, τῶν ὁ­ποίων ἡ καρδιά ἐσυλήθη ἀπό τούς ληστάς. Τῶν ὁποίων ὁ θησαυρός τῆς ψυχῆς ἐκουρσεύθη, γιατί τόν κούρσευσαν οἱ κουρσάροι καί εἶναι τώρα ἕνα πλάσμα πτωχό ἀπό ἀρετή, ἀπό ἁγιότητα, ἀπό ἁγνότητα, ἀπό καθαρότητα, ἀπό ἐντιμότητα. Γυμνό ἀπό τόν πνευματικό θησαυρό. Αὐτούς τούς ἀνθρώπους τούς ὁποίους ἐσύλησε ὁ δαίμονας κι αὐτούς πού τά πονηρά πνεύματα κούρσευσαν τόν θησαυρό τῆς ψυχῆς των καί ἔνοιωσαν τήν φτώχεια τους καί εἶδαν τήν γύμνια τους καί ἦρ­θαν σέ συναίσθησι καί ἦρθαν σέ αὐτογνωσία καί ἦρθαν σέ ἐπίγνωσι τῆς καταστάσεως, αὐτούς ἀ­κριβῶς μακαρίζει. Δηλαδή τούς ταπεινούς ἀνθρώπους πού νοιώθουν τήν γυμνότητά τους, συναισθάνονται τήν ἁμαρτωλότητά τους, βλέπουν τίς ἐλλείψεις, τίς ἀδυναμίες, τά πάθη, καί τότε χτυποῦν τά στήθη καί λένε: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».
Ναί, ἡ ταπείνωσις εἶναι ἡ ἀρετή πού χαρακτηρίζει τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀλλά καί αὐτή τήν ὁποία ὁ Κύριός μας μακαρίζει καί εὔχεται σέ ὅλα τά πλάσματά Του.


Ἀπό τό βιβλίο Ὁ γλυκασμός τῶν Ἀγγέλων, τοῦ Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου,
Ἔκδοσις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ».