Κάνε μιά εὐχή!!!

Advertisements

Τό θεῖο Βρέφος


«Δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός». Ἕνας ἀπό τούς κυριότερους ὕμνους τῶν Χριστουγέννων καταλήγει σ’ αὐτά τά λόγια, ταυτίζοντας τό βρέφος πού γεννήθηκε στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ μέ τόν «πρό αἰώνων Θεό». Ὁ ὕμνος αὐτός συνετέθη τόν ἕκτο αἰώνα ἀπό τόν περίφημο Βυζαντινό ὑμνογράφο Ρωμανό τό Μελωδό:
Ἡ Παρθένος σήμερον, τόν ὑπερούσιον τίκτει καί ἡ γῆ τό σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει· ἄγγελοι μετά ποιμένων δοξολογοῦσι· μάγοι δέ μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός.
(Κοντάκιον Χριστουγέννων)
Τό παιδί ὡς Θεός, ὁ Θεός ὡς παιδί… Γιατί δημιουργεῖται αὐτή ἡ ζωηρή συγκίνηση τήν περίοδο τῶν Χριστουγέννων ὅταν οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καί αὐτοί με χλιαρή πίστη ἤ ἀκόμη καί οἱ ἄθεοι, παρατηροῦν αὐτό τό μοναδικό, ἀσύγκριτο θέαμα τῆς νεαρῆς μητέρας νά κρατᾶ τό παιδί στήν ἀγκαλιά της, καί γύρω τους οἱ «Μάγοι οἱ ἀπό Ἀνατολῶν», οἱ ποιμένες, δροσεροί ἀπό τή νυχτερινή τους σκοπιά στούς ἀγρούς, τά ζῶα, ὁ ἀνοιχτός οὐρανός, ὁ ἀστέρας; Γιατί εἴμαστε τόσο βέβαιοι, ἀλλά καί συνεχῶς ἀνακαλύπτουμε, πώς σ’ αὐτόν τό θλιβερό πλανήτη μας δέν ὑπάρχει τίποτε ὀμορφότερο καί πιό χαρμόσυνο ἀπ’ αὐτό τό θέαμα, που τό πέρασμα τῶν αἰώνων ἀποδείχθηκε ἀνίκανο να ξερριζώσει ἀπό τή μνήμη μας; Ἐπιστρέφουμε σ’ αὐτό τό θέαμα ὁποτεδήποτε δέν ἔχουμε ἄλλο καταφύγιο, ὁποτεδήποτε ἔχουμε βάσανα στή ζωή, καί ἀναζητοῦμε αὐτό πού θά μᾶς ἐλευθερώσει.
Ὅμως στήν εὐαγγελική διήγηση γιά τή γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μητέρα καί τό παιδί δέ λένε οὔτε μία λέξη, ὡσάν οἱ λέξεις νά εἶναι περιττές, ἐπειδή καμιά λέξη δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει, νά ὁρίσει ἤ νά ἐκφράσει τό νόημα ὅσων ἔλαβαν μέρος καί ἐκπληρώθηκαν ἐκείνη τή νύχτα. Καί παρ’ ὅλα αὐτά χρησιμοποιοῦμε λέξεις ἐδῶ, ὄχι γιά νά ἐξηγήσουμε ἤ νά ἑρμηνεύσουμε, ἀλλά ἐπειδή, ὅπως ἡ Γραφή λέει, «ἐκ γάρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδιάς τό στόμα λαλεῖ» (Ματθ. 12, 34). Εἶναι ἀδύνατο κάποιος, πού ξεχειλίζει ἡ καρδιά του, νά μή μοιραστεῖ μέ ἄλλους τά βιώματά του.
Οἱ λέξεις «παιδίον» καί «Θεός» εἶναι οἱ πλέον ἀποκαλυπτηκές γιά τό μυστήριο τῶν Χριστουγέννων. Κατά κάποιο τρόπο, εἶναι ἕνα μυστήριο πού ἀπευθύνεται στό παιδί πού συνεχίζει νά ζεῖ μυστικά μέσα σέ κάθε ἐνήλικα, στό παιδί που συνεχίζει νά ἀκούει ὅ,τι ὁ ἐνήλικας ἔχει πάψει νά ἀκούει, καί πού ἀνταποκρίνεται μέ μιά χαρά, πού ὁ ἐνήλικας, μέσα στόν γήινο, ὑπερώριμο, κουρασμένο καί κυνικό κόσμο πού ζεῖ, ἀδυνατεῖ νά νιώσει. Μάλιστα, τά Χριστούγεννα εἶναι μιά γιορτή γιά τά παιδιά, ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ Χριστουγεννιάτικου δένδρου πού διακοσμοῦμε καί φωτίζουμε, ἀλλά μ’ ἕναν πολύ βαθύτερο τρόπο, καί μόνο τά παιδιά δέν ξαφνιάζονται γιά τό ὅτι, ὅταν ὁ Θεός κατέρχεται στή γή, ἔρχεται ὡς παιδί.
Αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὡς παιδιοῦ συνεχίζει νά λάμπει μέσα ἀπό τίς εἰκόνες καί τά ἀναρίθμητα ἔργα τέχνης, φανερώνοντας πώς ὅ,τι εἶναι οὐσιαστικότερο καί πλέον χαρμόσυνο στό Χριστιανισμό βρίσκεται ἀκριβῶς ἐδῶ, σ’ αὐτήν τήν αἰώνια παιδικότητα τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐνήλικες, ἀκόμη καί αὐτοί πού «συμπαθοῦν περισσότερο τά θρησκευτικά θέματα», περιμένουν καί προσδοκοῦν ἀπό τή θρησκεία νά δώσει ἐξηγήσεις καί ἀναλύσεις· τή θέλουν ἔξυπνη καί σοβαρή. Οἱ ἀντίπαλοί της εἶναι ἐξίσου σοβαροί, καί, τελικά, τόσο βαρετοί, καθώς ἀντιμετωπίζουν τή θρησκεία μ’ ἕνα χαλάζι ἀπό «ὀρθολογικές» σφαῖρες. Στήν κοινωνία μας δέν ὑπάρχει καμιά φράση πού νά μεραφέρει καλύτερα τήν περιφρόνησή μας ἀπό τό νά χαρακτηρίσουμε κάτι λέγοντας πώς «εἶναι παιδιάστικο». Μ’ ἄλλα λόγια, δέν εἶναι γιά τούς ἐνήλικες, τούς ἔξυπνους καί σοβαρούς. Ἔτσι τά παιδιά μεγαλώνουν καί γίνονται ἐξίσου σοβαρά καί βαρετά. Ὁ Χριστός ὅμως εἶπε, «γένησθε ὡς τά παιδία» (Ματθ. 18, 3). Τί σημαίνει αὐτό; Τί λείπει ἀπό τούς ἐνήλικες, ἤ καλύτερα, τί ἔχει στραγγαλισθεῖ, καταπνιγεῖ, ἐκμηδενισθεῖ ἀπό ἕνα παχύ στρῶμα ἐνηλικιότητας; Δέν εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα αὐτή ἡ ἱκανότητα, ἡ τόσο χαρακτηριστική τῶν παιδιῶν, νά θαυμάζουν, νά ἀγαλλιοῦν καί τό πιό σπουδαῖο νά εἶναι γνήσια στή χαρά καί στή λύπη; Ἡ ἐνηλικίωση στραγγαλίζει ἐπίσης τήν ἱκανότητα νά ἐμπιστεύεσαι, νά αὐτοεγκαταλείπεσαι, νά ἀφήνεσαι τελείως στήν ἀγάπη καί νά πιστεύεις μέ ὅλη σου τήν ὕπαρξη. Τελικά τά παιδιά παίρνουν στά σοβαρά ὅ,τι οἱ ενήλικες δέν μποροῦν πλέον νά ἀποδεχθοῦν: τά ὄνειρα, αὐτά πού διασποῦν τήν καθημερινή μας ἐμπειρία καί τήν κυνική μας καχυποψία, αὐτό τό βαθύ μυστήριο τοῦ κόσμου καί κάθετι πού ἀποκαλύπτεται στούς ἁγίους, στά παιδιά καί στούς ποιητές.
Ἔτσι μόνο ὅταν εἰσχωρήσουμε στό παιδί πού ζεῖ κρυμμένο μέσα μας, μποροῦμε νά κάνουμε δικό μας τό χαρμόσυνο μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού ἔρχεται πρός ἐμᾶς «ὡς παιδίον». Τό παιδί δέ διαθέτει οὔτε κύρος οὔτε ἐξουσία· ὅμως ἡ ἀπουσία ἀκριβῶς κύρους τό ἀναδεικνύει σέ βασιλιά· πηγή τῆς βαθιᾶς του δύναμης εἶναι ἡ ἀνικανότητα νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἑαυτό του καί ἡ τρωτότητά του. Τό παιδί σ’ αὐτή τή μακρινή σπηλιά τῆς Βηθλεέμ δέν ἔχει ἐπιθυμία ὥστε νά τό φοβόμαστε· εἰσέρχεται στίς καρδιές μας χωρίς νά μᾶς ἐκφοβίζει, χωρίς νά ἐπιδεικνύει τό κύρος καί τή δύναμή του, ἀλλά μόνο μέ τήν ἀγάπη. Μᾶς δίνεται ὡς παιδί, καί μόνο ὡς παιδιά μποροῦμε μέ τή σειρά μας νά τό ἀγαπήσουμε καί νά δοθοῦμε σ’ αὐτό. Ὁ κόσμος κυβερνᾶται ἀπό τή δύναμη καί τήν ἐξουσία, ἀπό τό φόβο καί τήν κυριαρχία. Τό «παιδίον Θεός» μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπ’ ὅλα αὐτά. Τό μόνο πού ἐπιθυμεῖ ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ ἀγάπη μας, πού προσφέρεται μέ ἐλευθερία καί χαρά· τό μόνο πού ἐπιθυμεῖ ἀπό μᾶς εἶναι νά τοῦ δώσουμε τήν καρδιά μας. Καί τή δίνουμε σ’ ἕνα ἀνυπεράσπιστο παιδί, πού ἐμπνέει ὅμως τεράστια ἐμπιστοσύνη.
Μέ τή γιορτή τῶν Χριστουγέννων ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει ἕνα μυστήριο χαρᾶς: τό μυστήριο μιᾶς ἐλεύθερα προσφερόμενης ἀγάπης πού δέν ἐπιβάλλεται σέ κανένα. Μιᾶς ἀγάπης ἱκανῆς νά δεῖ, νά ἀναγνωρίσει καί νά ἀγαπήσει τό Θεό στό πρόσωπο τοῦ θείου Παιδιοῦ, καί νά γίνει ἔτσι δῶρο μιᾶς νέας ζωῆς. 

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΕΤΗΣΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ», τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας.

Ἡ στολή τῆς Θεότητος


                                            Nίκου Νικολαΐδη
                                              Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς
                                              Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν

Θέλω ν’ ἀνοίξω τό στόμα μου, ὦ ἀδελφοί, καί νά ὁμιλήσω περί τῆς ὑψηλῆς ὑποθέσεως τῆς ταπεινοφροσύνης· ἀλλά φοβοῦμαι, ὡς φοβεῖται ἐκεῖνος, ὅστις μέλλει νά ὁμιλήσῃ περί Θεοῦ δι’ ἀνθρωπίνων συλλογισμῶν· καθότι ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολή τῆς θεότητος· ἐπειδή ὁ υἱος καί λόγος τοῦ Θεοῦ καί πατρός ἐνανθρωπήσας ἐπί τῆς γῆς, αὐτήν ἐνεδύθη, καί συνανεστράφη μεθ’ ἡμῶν· καί πᾶς ὅστις κατέβη ἐκ τοῦ ἰδίου ὕψους, καί ἐσκέπασε τήν ἰδίαν αὐτοῦ δόξαν καί μεγαλωσύνην διά τῆς ταπεινοφροσύνης, ἵνα μή ἡ κτίσις καταφλεχθῇ, βλέπουσα τήν φύσιν τῆς αὐτοῦ θεότητος· 
Ἁγ. Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ καί πιστεύει ὅτι μόνο οἱ ἱεροί συγγραφεῖς τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι θεόπνευστοι. Γράφουν μέ τό φωτισμό καί τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε, διαμέσου τους, νά ἔχομε τήν ἀποκάλυψη τῶν θείων ἀληθειῶν καί νά ἀποφεύγονται, λόγῳ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, τά ὁποιαδήποτε λάθη. Καί εἶναι γι᾿ αὐτό τό λόγο, γιά τόν ὁποῖο, ἐνῶ τά ἱερά κείμενα συντάχθηκαν σέ διαφορετικούς χρόνους, ἀπό πολλούς, μέ ἤ χωρίς μορφωτικές προϋποθέσεις, ἐντούτοις πουθενά στήν Ἁγία Γραφή δέν παρατηροῦνται ἀντιφάσεις. Ἡ θεοπνευστία αὐτή, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν Ἁγία Γραφή, εἶναι μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, ἀλλά καί τερματική, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι δέν ἔχομε συνεχή ροή θείας ἀποκάλυψης, μέσα στήν Ἐκκλησία, κάτι, τό ὁποῖο, δυστυχῶς, πιστεύεται καί ἐφαρμόζεται στό Ρωμαιοκαθολικισμό, προκειμένου νά στηρίζονται τά ἀστήρικτα καί νά δικαιολογοῦνται τά ἀδικαιολόγητα, ὅπως τά περί πρωτείου καί ἀλαθήτου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης κ.ἄ.
Ὅμως, στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας παρατηρεῖται τό φαινόμενο τῆς θεοπνευστίας, ὄχι ὑπό τήν εἰδική ἔννοια, ὅπως τήν προδιαγράψαμε πιό πάνω, ἀλλά ὑπό τήν εὐρύτερη τοῦ ὅρου ἀντίληψη. Λέγοντας, ὅμως, «Πατέρες», ἡ Ἐκκλησία ἐννοεῖ εἰδική ὁμάδα ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, οἱ ὁποῖοι, διακρίθηκαν ἐν ἔργῳ καί λόγῳ καί βιοτῇ. Ὑπῆρξαν δηλαδή μεστοί τῆς ἐμπειρίας καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπέβησαν ὀρθοί διερμηνεῖς τῆς «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀνέκαθεν ἀχράντως πεφυλαγμένης–παραδεδομένης θείας ἀποκαλύψεως». Αὐτοί ὀνομάζονται «θεόπνευστοι», πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καί σοφίας. Εἶναι, ἑπομένως, γι᾿ αὐτό τό λόγο, γιά τόν ὁποῖο καί ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος μιλᾶ, λέγοντας ὅτι μόνο ὅσοι «ἔλαβον Πνεῦμα Ἅγιον ἔμαθον τά βαθέα τοῦ Θεοῦ», ἐνῶ οἱ αἱρετικοί, «ὡς μή λαβόντες Πνεῦμα Ἅγιον, οὐκ ἔμαθον τά βαθέα τοῦ Θεοῦ καί εἰς ταύτας περιεκλάσθησαν τάς αἱρέσεις». Ἐξαιτίας τούτου τοῦ γεγονότος καί ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποκαλεῖ τούς Πατέρες «θεοπνεύστους» καί τά ἔργα τους «θεοπαράδοτα».
Ἀλλά, γιά νά ἐπικεντρωθοῦμε στό θέμα μας, μέ σκοπό τήν κατά Θεόν οἰκοδομή μας τίς ἅγιες μέρες τῆς τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐπιδημίας στόν κόσμο, θά καταφύγομε σ᾿ ἕνα ὄμορφο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, τό ὁποῖο ἐν εἴδει κεφαλαίου παραθέτει στόν πνευματικό λειμώνα του, τά «Ἀσκητικά» του. «Θέλω νά ἀνοίξω τό στόμα μου, ἀδελφοί μου», γράφει, «καί νά μιλήσω γιά τήν ὑψηλή ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀλλά πληροῦμαι ἀπό φόβο, ὅπως ἀκριβῶς νοιώθει δέος αὐτός, πού πρόκειται νά διαλεχθεῖ γιά τό Θεό». Γιά ποιό, ὅμως, λόγο; «Στολή γάρ Θεότητός ἐστιν». Εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη ἡ στολή τῆς Θεότητος. Γιατί; Διότι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Θεός, προκειμένου νά γίνει ἄνθρωπος, νά ἐνανθρωπήσει, αὐτήν ἐνδύθηκε καί διαμέσου αὐτῆς κατέβηκε στόν κόσμο καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Θεός «ἐκένωσε» τόν ἑαυτό του (Φιλ. β΄7) καί «ἐκάλυψε τήν ἀρετήν τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ καί ἐσκέπασε τήν ἑαυτοῦ δόξαν ἐν τῇ ταπεινοφροσύνῃ».
Ἀλλά, γιατί ὁ Θεός ταπεινώνεται; Καί ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος: «Ἵνα μή ἡ κτίσις τῇ αὐτοῦ θεωρίᾳ καταφλεχθῇ»! Πῶς θά μποροῦσε ἡ κτίση νά ἀνεχθεῖ τή θεωρία του; Ἔντρομος καί ἔμπλεος φόβου μήπως δέν ἦταν καί ὁ Μωϋσῆς μπροστά στή φλεγόμενη βάτο (Ἐξ. γ΄ 1κ.ἑξ. Πράξ. ζ΄32); Ἤ μήπως δέν συγκλονίστηκαν ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στό καπνίζον ὄρος Σινᾶ οἱ Ἰσραηλίτες καί μ᾿ ἕνα στόμα εἶπαν στό Μωϋσῆ, ὅτι, ἄν τούς μιλήσει ξανά ὁ Θεός μέ τόν ἴδιο τρόπο, θά πεθάνουν ἀπό τό φόβο τους (Ἐξ. κ΄18); Ἑπομένως, «πῶς οὖν φανερῶς ἡ κτίσις ἠδύνατο δέξασθαι τήν θεωρίαν αὐτοῦ; Διότι ἡ κτίσις οὐκ ἠδύνατο θεάσασθαι αὐτόν, εἰ μή μέρος ἐξ αὐτῆς ἔλαβεν», ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ.
Πόσο ὑπέροχοι, πραγματικά, εἶναι οἱ λόγοι αὐτοί! Πόσο παραστατικά ἀνευρίσκουν οἱ φωτισμένοι Πατέρες μας τό «ἀπόθετον κάλλος» καί τόν «κεκρυμμένον πλοῦτον» τῶν Γραφῶν. Καί πόσο ἁπλά καί μεστά μᾶς τόν προσφέρουν καί μᾶς καλοῦν νά γευθοῦμε τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τους! 
Καί δέν μένουν μόνο στή θεωρία οἱ Πατέρες ἀλλά προχωροῦν στήν πράξη. Καί αὐτός εἶναι ὁ ἄλλος λόγος τῆς ταπείνωσης τοῦ Χριστοῦ. Κανένας, σημειώνει ὁ Ἅγιος, δέν μπορεῖ νά λέγεται καί νά εἶναι χριστιανός καί δέν μπορεῖ νά ἐξομοιωθεῖ μέ τό Θεό, ἄν δέν ἐνδυθεῖ πρῶτα τή στολή, πού ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «ἐνεδύσατο»! Ἔτσι, ὅποιος δεχθεῖ καί φορέσει τή στολή, τήν ὁποία ὁ Κτίστης ἐνδύθηκε, «αὐτόν τόν Χριστόν ἐνδύεται»! Ἄν ὁ ἐγωϊσμός, ἐξόρισε τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ἡ ταπείνωση, αὐτή καί μόνη μπορεῖ νά μᾶς ἐπαναφέρει στό «ἀρχαῖον κάλλος». Καί ἡ ταπείνωση δέν εἶναι μία ἀρετή. Γιατί, ὅπως «τό ἅλας πάσῃ τροφῇ (δίνει γεύση σέ κάθε φαγητό, ἔτσι) καί ἡ ταπείνωσις (ἀποβαίνει ἀναγκαία) πάσῃ ἀρετῇ». Μέ τόν τρόπο τοῦτο ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά γίνει ξανά ὡς ὁ πρωτόπλαστος πρό τῆς παρακοῆς. Καί μέ τό σχῆμα τοῦτο ὅλη «ἡ κτίσις αἰδεῖται τήν θεωρίαν τοῦ ταπεινόφρονος». 
Τί, λοιπόν, μπορεῖ νά εἶναι πιό θεοφιλές καί πιό θεοτερπές στή ζωή μας, ἄν μέσα στίς τόσες ἔγνοιες μας, ὄχι μόνο τῶν Γιορτῶν, ἀλλά καί τῆς καθόλου ἐπί γῆς πορείας μας, μεριμνούσαμε πῶς νά ντυθοῦμε καί νά λαμπρύνομε τόν ἑαυτό μας μέ τή στολή τῆς ταπεινοφροσύνης, «τήν στολήν αὐτήν τῆς θεότητος»!

Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 466, Δεκέμβριος 2011.


Νάμουν του σταύλου έν’ άχυρο,
ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός
στον ήλιο του το μάτι.

Να ιδώ την πρώτη του ματιά
και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του
γύρω στο μέτωπό του.

Να λάμψω από τη λάμψη του
κι’ εγώ σαν διαμαντάκι
κι’ από τη θεία του πνοή
να γίνω λουλουδάκι.

Να μοσκοβοληθώ
κι’ εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του
των Μάγων η λατρεία.

Νάμουν του σταύλου ένα άχυρο
ένα φτωχό κομμάτι
Την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός
στον ήλιο του το μάτι.

Κωστής Παλαμάς

Μυστήριον ξένον καί παράδοξον


Ἀλλὰ τί εἴπω, ἢ τί λαλήσω; Ἐκπλήττει γάρ με τὸ θαῦμα. Ὁ Παλαιὸς ἡμερῶν παιδίον γέγονεν, ὁ ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου καθήμενος ἐν φάτνῃ τίθεται, ὁ ἀναφής, καὶ ἁπλοῦς, καὶ ἀσύνθετος, καὶ ἀσώματος χερσὶν ἀνθρωπίναις ἑλίσσεται, ὁ τὰ τῆς ἁμαρτίας διασπῶν δεσμὰ σπαργάνοις ἐμπλέκεται, ἐπειδὴ τοῦτο θέλει. Θέλει γὰρ τὴν ἀτιμίαν ποιῆσαι τιμήν, τὴν ἀδοξίαν ἐνδῦσαι δόξαν, τὸν τῆς ὕβρεως ὅρον, ἀρετῆς δεῖξαι τρόπον. Ὅθεν ὑπέρχεται τὸ ἐμὸν σῶμα, ἵνα ἐγὼ χωρήσω τὸν αὐτοῦ Λόγον· καὶ λαβὼν τὴν ἐμὴν σάρκα, δίδωσί μοι τὸ ἑαυτοῦ Πνεῦμα, ἵνα διδοὺς καὶ λαμβάνων θησαυρόν μοι ζωῆς ἐμπορεύσηται. Λαμβάνει μου τὴν σάρκα, ἵνα με ἁγιάσῃ· δίδωσί μοι τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ, ἵνα με διασώσῃ. Ἀλλὰ τί εἴπω, καὶ τί λαλήσω; Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει. Οὐκέτι λέγεται ὡς γενησόμενον, ἀλλὰ θαυμάζεται ὡς πεπραγμένον.

(Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τό γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ).

* * *

Αλλά τι να πω και τι να λαλήσω; Επειδή το θαύμα με εκπλήττει. Ο Παλαιός των ημερών Παιδί έγινε, Αυτός που κάθεται σε θρόνο υψηλό και ανυψωμένο τοποθετείται σε φάτνη, ο ανέγγιχτος, ο απλός κι ασύνθετος κι ασώματος με ανθρώπινα χέρια τυλίγεται, Αυτός που σπάει τα δεσμά της αμαρτίας με σπάργανα εμπλέκεται, επειδή αυτό θέλει. Επειδή θέλει την ατιμία να την κάνει τιμή, την αδοξία να την ντύσει με δόξα, την ύβρη να κάνει αρετή. Γι’ αυτό και λαμβάνει το δικό μου σώμα για να χωρέσω εγώ τον δικό του Λόγο (σημ: με την Θεία Μετάληψη ο πιστός γίνεται ναός του Χριστού). Και επειδή έλαβε την δική μου σάρκα μου δίνει το δικό Του Πνεύμα. Έτσι ώστε δίνοντας και λαμβάνοντας να μου εμπορευθεί τον θησαυρό της ζωής. Μου λαμβάνει την σάρκα για να με αγιάσει. Μου δίνει το Πνεύμα για να με διασώσει. Αλλά τι να πω και τι να λαλήσω; «Να, η Παρθένος θα συλλάβει». Δεν λέγεται πια σαν κάτι που θα γίνει, αλλά θαυμάζεται σαν πεπραγμένο.



Κύριε, τώρα που γεννιέσαι και πάλι…


Κύριε, τώρα που γεννιέσαι και πάλι, βοήθησέ με…

Όταν χορταίνω εγώ, να θυμάμαι τους πεινασμένους…
• Όταν οι άλλοι μου δείχνουν την αγάπη τους, να θυμάμαι αυτούς, που ζουν στη μοναξιά…
• Όταν το πρωί ξυπνάω για να πάω σχολείο… να θυμάμαι αυτούς που δεν έχουν σκοπό στη ζωή τους…
• Όταν χαίρομαι και γελάω… να θυμάμαι αυτούς που γνώρισαν μόνο τον πόλεμο…
• Όταν κάνω όνειρα για το μέλλον, να θυμάμαι αυτούς που είναι απελπισμένοι…
• Όταν πέφτω στο κρεβάτι μου για να κοιμηθώ, να φέρνω στο νου μου τους άστεγους…

Κύριε, τώρα που γεννιέσαι και πάλι, βοήθησέ με…

να ζω Χριστούγεννα ΤΩΡΑ και ΠΑΝΤΑ!
Με ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ
ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
ΑΓΑΠΗ


Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Αριδαίας.

Εἰς τό γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ


Μυστήριον ξένον καὶ παράδοξον βλέπω· ποιμένες μου περιηχοῦσι τὰ ὦτα, οὐκ ἔρημον συρίζοντες μέλος, ἀλλ’ οὐράνιον ᾄδοντες ὕμνον. Ἄγγελοι ᾄδουσιν,  ἀρχάγγελοι μέλπουσιν, ὑμνεῖ τὰ Χερουβὶμ, δοξολογεῖ τὰ Σεραφὶμ, πάντες ἑορτάζουσι Θεὸν ἐπὶ γῆς ὁρῶντες, καὶ ἄνθρωπον ἐν οὐρανοῖς· τὸν ἄνω κάτω δι’ οἰκονομίαν, καὶ τὸν κάτω ἄνω διὰ φιλανθρωπίαν. Σήμερον Βηθλεὲμ τὸν οὐρανὸν ἐμιμήσατο· ἀντὶ μὲν ἀστέρων ἀγγέλους ὑμνοῦντας δεξαμένη, ἀντὶ δὲ ἡλίου τὸν τῆς δικαιοσύνης ἀπεριγράπτως χωρήσασα. Καὶ μὴ ζήτει πῶς· ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς, νικᾶται φύσεως τάξις. Ἠβουλήθη γὰρ, ἠδυνήθη, κατῆλθεν, ἔσωσε· σύνδρομα τὰ πάντα τῷ Θεῷ. Σήμερον ὁ ὢν τίκτεται, καὶ ὁ ὢν γίνεται ὅπερ οὐκ ἦν· ὢν γὰρ Θεὸς, γίνεται ἄνθρωπος, οὐκ ἐκστὰς τοῦ εἶναι Θεός. Οὐδὲ γὰρ κατ’ ἔκστασιν θεότητος γέγονεν ἄνθρωπος, οὐδὲ πάλιν κατὰ προκοπὴν ἐξ ἀνθρώπου γέγονε Θεός· ἀλλὰ Λόγος ὢν, διὰ τὸ ἀπαθὲς σὰρξ ἐγένετο, ἀμεταβλήτου μενούσης τῆς φύσεως.
 Πάντων οὖν σκιρτώντων, σκιρτῆσαι θέλω κἀγὼ, χορεῦσαι βούλομαι, πανηγυρίσαι θέλω· χορεύω δὲ, οὐ κιθάραν πλήττων, οὐ θυρσὸν κινῶν, οὐκ αὐλοὺς ἔχων, οὐ δᾷδας ἅπτων, ἀλλ’ ἀντὶ μουσικῶν ὀργάνων τὰ τοῦ Χριστοῦ σπάργανα φέρων. Αὐτὰ γάρ μοι ἐλπὶς, αὐτά μοι ζωὴ, αὐτά μοι σωτηρία, αὐτά μοι αὐλὸς, αὐτά μοι κιθάρα. ∆ιὸ καὶ αὐτὰ ἔρχομαι φέρων, ἵνα τῇ αὐτῶν δυνάμει ἰσχὺν λόγων λαβὼν μετ’ ἀγγέλων εἴπω· ∆όξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ· μετὰ δὲ ποιμένων, Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.


(Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τό γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ).
* * *

Μυστήριο παράξενο και παράδοξο βλέπω. Ποιμένες ακούγονται στα αυτιά μου, όχι επειδή παίζουν ένα υπαίθριο σκοπό, αλλά επειδή τραγουδούν ουράνιο ύμνο. Aγγελοι τραγουδούν, Αρχάγγελοι μέλπουν, υμνούν τα Χερουβίμ, δοξολογούν τα Σεραφίμ, οι πάντες γιορτάζουν επειδή βλέπουν τον Θεό πάνω στην γή και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Τον (Θεό πού είναι) άνω (τώρα να είναι) κάτω από οικονομία και τον (άνθρωπο που είναι) κάτω (τώρα να είναι) άνω από φιλανθρωπία. Σήμερα η Βηθλεέμ τον ουρανό εμιμήθηκε. Επειδή αντί για αστέρια αγγέλους που υμνούν δέχθηκε και αντί για τον ήλιο τον Ήλιο της Δικαιοσύνης απεριγράπτως εχώρεσε. Και μην αναζητάς πως. Επειδή όπου θέλει ο Θεός νικιέται η τάξη της φύσεως. Επειδή θέλησε, το κατόρθωσε, κατήλθε, έσωσε. Όλα (τα κτίσματα) συντρέχουν με τον Θεό (τον Κτίστη). Σήμερα ο Ων τίκτεται και ο Ων γίνεται αυτό που δεν ήταν. Γιατί ενώ είναι Θεός, γίνεται άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι Θεός. Επειδή δεν έγινε άνθρωπος με το να πάψει να είναι Θεός, αλλά ούτε πάλι με το να προκόψει από άνθρωπος έγινε Θεός. Αλλά ενώ είναι ο (Θεός) Λόγος, έγινε σαρξ (δηλαδή και άνθρωπος) με απάθεια, χωρίς να μεταβληθεί η φύση Του (σημ: στο Ένα πρόσωπο του Χριστού αποδίδονται η Θεία και η ανθρώπινη φύση).
Επειδή λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, να σκιρτήσω θέλω κι εγώ, να χορεύσω επιθυμώ, να πανηγυρίσω θέλω. Αλλά χορεύω χωρίς να παίζω κιθάρα, χωρίς να κινώ κλαδιά κισσού, χωρίς να κρατώ αυλούς, χωρίς να ανάβω λαμπάδες, αλλά αντί για μουσικά όργανα κρατώντας τα σπάργανα του Χριστού. Γιατί αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά η ζωή μου, αυτά η σωτηρία μου, αυτά ο αυλός μου, αυτά η κιθάρα μου. Γι’ αυτό κι έρχομαι κρατώντας αυτά, για να λάβω με την δύναμή τους ισχύ λόγων και να πω μαζί με τους Αγγέλους «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» και μαζί με τους ποιμένες «κι επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».